Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Η Αγία και Μεγάλη Τετάρτη

« Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Τετάρτη,
τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρω Πόρνης γυναικός,
μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν,
ὅτι πρὸ τοῦ σωτηρίου Πάθους μικρὸν τοῦτο γέγονε».

Οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο ήταν δύο. Η μεν μία τον άλειψε πολύ καιρό πριν το Πάθος του και ήταν πόρνη, η δε άλλη λίγες μέρες πριν και ήταν φρόνιμη και ενάρετη. Αυτού του ευλαβικού έργου τη μνήμη επιτελεί η Εκκλησία, αναφέροντας συγχρόνως και την προδοσία του Ιούδα.

Το πολύτιμο εκείνο μύρο, που η γυναίκα εκείνη άλειψε το κεφάλι και τα πόδια του Ιησού, και στη συνέχεια το σκούπισε με τις τρίχες της κεφαλής της, εκτιμήθηκε 300 δηνάρια. Απ’ τους Μαθητές, ο φιλάργυρος Ιούδας δήθεν σκανδαλίζεται, για την απώλεια τέτοιου μύρου.

Ο Ιησούς του κάνει παρατήρηση να μην ενοχλεί την γυναίκα. Τότε ο Ιούδας πηγαίνει στους αρχιερείς, που ήταν συγκεντρωμένοι στην αυλή του Καϊάφα και έκαναν ήδη συμβούλιο προκειμένου να θανατώσουν τον Ιησού. Και συμφωνεί μαζί τους την προδοσία του διδασκάλου για 30 αργύρια και από τότε ζητούσε ευκαιρία να τον προδώσει.

Να σημειώσουμε εδώ ότι, από το γεγονός αυτό της προδοσίας καθιερώθηκε και η νηστεία της Τετάρτης, ακόμα από τα αποστολικά χρόνια.

Οι συνοδοιπόροι του πάθους του Χριστού μας πιστοί καλούμαστε αυτή την ιερή ημέρα να τιμήσουμε την έμπρακτη και ειλικρινή μετάνοιατης πρώην πόρνης γυναικός, η οποία έγινε συνώνυμη με την συντριβή και την αλλαγή ζωής.

Ο Χριστός, εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τον αμαρτωλό άνθρωπο, εντελώς διάφορη από εκείνη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Δεν είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος μιασμένος από τη φύση του, αλλά ένας πνευματικά ασθενής, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια. Έθεσε ως αντίδοτο της πνευματικής ασθένειας τη μετάνοια, η οποία είναι ο ισχυρότατος εκείνος μοχλός, ο οποίος γκρεμίζει το οικοδόμημα της αμαρτίας και αναγεννά τον άνθρωπο. Δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού παρήλθε ανεπιστρεπτί το καθεστώς του νόμου και της μισθαποδοσίας, και ανέτειλε η εποχή της χάρητος και του ελέους.

Η αφιέρωση της ημέρας αυτής στην μακάρια πρώην πόρνη γυναίκα έγινε σκόπιμα από τους Αγίους Πατέρες. Η μορφή της προβάλλει ως φωτεινό ορόσημο καταμεσής στην οδοιπορία προς το Θείο Πάθος για να δείξει και σε μας πως αν δεν συντριβούμε, σαν και εκείνη, και δεν δείξουμε έμπρακτη μετάνοια δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε το Χριστό στο Πάθος και την Ανάσταση.

Η Αγία μας Εκκλησία θέσπισε τη μετάνοια ως ύψιστη δωρεά η οποία ανανεώνει την ουρανοδρόμο πορεία μας προς το Χριστό και την τελείωσή μας. Καλός χριστιανός δεν είναι εκείνος, ο οποίος γεμάτο κομπασμό και εγωιστική αυτάρκεια, ισχυρίζεται ότι έφτασε σε επίπεδο αγιότητας και δεν χρειάζεται πια άλλο αγώνα, αλλά ο διατελών σε διαρκή μετάνοια.



Αναδημοσίευση από: Χριστιανική Φοιτητική Ένωση

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Φιλία: η ανθρώπινη ανάγκη

«Όταν έφτασα στην Τρωάδα για να κηρύξω το ευαγγέλιο του Χριστού
αν και μου ήταν ευνοϊκές οι περιστάσεις για το έργο του Κυρίου, δεν
μπορούσα να ησυχάσω, γιατί δε συνάντησα εκεί τον αδερφό μου
τον Τίτο. Γι’ αυτό, λοιπόν, τους αποχαιρέτησα κι έφυγα για τη Μακεδονία».

(Β΄ Κορ.2,12-13)

Παρόλο ότι ο χώρος της Τρωάδας ήταν εύφορος «του ακούσαι λόγον Κυρίου», ο Απόστολος Παύλος εγκαταλείπει το έργο και φεύγει.

Ασφαλώς η ενέργειά του αυτή δεν δείχνει υποτίμηση στην κηρυκτική και αποστολική του διακονία χάρη ατομικής ανάγκης, αλλά τη δύναμη που μπορεί να έχει στο έργο του Κυρίου η ανθρώπινη σχέση.

Φαίνεται πως η σχέση του Αποστόλου Παύλου με τον Τίτο δεν ήταν μια απλή σχέση στα όρια δασκάλου-μαθητή αλλά μια καρδιακή σχέση φιλίας που γινόταν και για τους δύο πηγή ζωής και έμπνευσης.

Η φιλία, ως βαθειά γνωριμία και επικοινωνία μεταξύ δύο ανθρώπων, υπερβαίνει το επίπεδο της αλληλοβοήθειας σε δύσκολες στιγμές και γίνεται σημαντική για τον καθένα, εφόσον δίνει την αίσθηση ότι αξίζει για τον άλλο και ότι έχει σημασία γι’ αυτόν. «Οι πιο θλιβεροί άνθρωποι είναι εκείνοι που τελειώνουν τις μέρες τους χωρίς φιλίες, χωρίς να γνωρίσουν στενότερα κάποιον και ν’ αγαπηθούν» (Από το βιβλίο «Όρια ζωής»).

Ο π. Φιλόθεος Φάρος στο βιβλίο του «Η αλλοίωση του Χριστιανικού ήθους» γράφει:«Ο άνθρωπος υπάρχει πραγματικά στο ποσοστό που συναντά τον άλλο με γυμνή ψυχή και μοιράζεται μαζί του τα πιο βαθειά του αισθήματα, είτε αυτά είναι απόγνωση, αμφιβολία, ανασφάλεια, είτε είναι στοργή και τρυφερότητα. Μόνο όταν μοιράζεται με τον άλλο τα βαθύτερά του βιώματα, αρνητικά ή θετικά, κοινωνεί με τον άλλο και η ανάγκη της κοινωνίας με τον άλλο δεν είναι μια ανάγκη αλλά είναι η ανάγκη».

Ασφαλώς ο άνθρωπος που δεν ολοκληρώθηκε στην ανθρώπινη αγάπη και επικοινωνία, δεν θα μπορέσει ν’ αγαπήσει και να κοινωνήσει τέλεια το Θεό. Η ενανθρώπιση του Θεού μας μαρτυρά πως προσέλαβε όλα τα ανθρώπινα και τ’ αγίασε. Η τελειότητα της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, δείχνει πως έζησε τη ζωή μας σ’ όλες τις πτυχές της, χωρίς όμως αμαρτία που διαστρεβλώνει και χαλά την ομορφιά της ζωής.

Η προπτωτική κατάσταση του Αδάμ και της Εύας, έγινε η φυσιολογική συμπεριφορά του Χριστού και των αγίων Του. «Όποιος είχε την αγαθή τύχη να συναντήσει ένα ΄Αγιο – όχι σαν οπτασία, αλλά σαν άνθρωπο απλό και καθημερινό – δεν μπορεί να πιστέψει ότι υπάρχει «φυσικότερο» χαρακτηριστικό για τον άνθρωπο από την αγιότητα»(Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός).

Το Ευαγγέλιο μας μιλά για τη φιλία του Χριστού και του Λαζάρου. Μας αναφέρει γι’ αυτήν, όταν ήδη ο Λάζαρος πέθανε. Ωστόσο ο φίλος του τον σώζει από το θάνατο...Για να φανερώνει τη δυναμική της αληθινής φιλίας.

Στα όρια της υπαρξιακής αγωνίας, της απόγνωσης και απογοήτευσης, της μοναξιάς ως εμπειρίας θανάτου, η παρουσία του φίλου γίνεται ζωοποιός. Μας βγάζει από τ’ αδιέξοδα του εαυτού μας και μας ελευθερώνει από την κλεισούρα της εγωκεντρικότητας.

Βέβαια, όπως όλα τα ανθρώπινα, και η φιλία έχει τα στοιχεία της ατέλειας. Η Χάρις του Θεού, που με την επιθυμία των φίλων, έρχεται και διαποτίζει τη σχέση, έχει τη δύναμη «να θεραπεύει τα ασθενή και ν’ αναπληρώνει τα ελλείποντα». Έτσι η φιλία μπορεί να συνεχιστεί και πέραν του τάφου κατά το μέτρον που οι φίλοι ενωθήκαν εν Πνεύματι Αγίω. Η συνάντησή τους «εν τη εσχάτη ημέρα» με το Χριστό πρόσωπο προς πρόσωπο, θα τελειοποιήσει τη σχέση, και μαζί με τον όντως Φίλο και τους φίλους του Φίλου θα ζήσουν την αιώνια χαρά της κοινωνίας των προσώπων.

Από την πόλη του φίλου του Χριστού,

π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Μωυσής, αγιορείτης: Μετά βαΐων και κλάδων...

Οι τελευταίες ημέρες της επίγειας διαβάσεως του Θεανθρώπου πλησιάζουν. Με σταθερό βηματισμό πορεύεται στο πάθος, στο σταυρό και στην ανάσταση. Ο λαός, ενθουσιασμένος από το θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου, μόλις άκουσε ότι ο Ιησούς πλησιάζει στα Ιεροσόλυμα βγήκε να τον προϋπαντήσει με ζητωκραυγές κι επευφημίες.


Παιδιά, νέοι και γέροι, μετά βαΐων και κλάδων στα χέρια και στρώνοντας υφαντά οι γυναίκες, για να περάσει, τον υποδέχονται. Ο Χριστός δεν καμαρώνει, ξέρει πολύ καλά ότι μέσα από τα δυνατά “ωσαννά” σε λίγο θα γεννηθούν τα “σταυρωθήτω”. Ήρεμος, λοιπόν, πράος, ταπεινός, πάνω στο ήσυχο ζώο, διασχίζει τα πλήθη, δίχως να εντυπωσιάζεται ιδιαίτερα από το πάθος της λαμπρής όντως αυτής υποδοχής. Τον ακολουθούν οι μαθητές του, που ακόμη και τώρα δεν γνωρίζουν επακριβώς ποιος είναι ο διδάσκαλός τους.

Οι γνωστοί Ιουδαίοι, Γραμματείς, Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι, ξαφνικά συναντήθηκαν και συνενώθηκαν, για να εξοντώσουν τον κοινό τους εχθρό, τον Χριστό. Οι άνθρωποι αυτοί της εξουσίας ήταν κακεντρεχείς, ανασφαλείς, φοβισμένοι και υποκριτές. Ως ανειλικρινείς ήταν δόλιοι κι επικίνδυνοι. Το εσωτερικό τους κενό το ενοχλούσε η παρουσία του Χριστού, που δεν φοβήθηκε να τους ξεσκεπάσει και ξεμασκαρέψει. Η αρετή και σιωπώσα ελέγχει τους φαύλους. Οι κύριοι αυτοί ήταν εκμεταλλευτές, μεθοδευτές κακών, ατομιστές κι εγωιστές. Ο ευαγγελιστής Μάρκος σημειώνει ότι όλοι αυτοί ζητούσαν να εξαφανίσουν τον Χριστό, φοβόντουσαν όμως τον λαό, γιατί τον είχε σε μεγάλη εκτίμηση.

Δεν ανέχονται οι Φαρισαίοι το ξεσκέπασμα. Το σκοτεινό παρασκήνιο συνωμοτεί για την εξαφάνισή του. Δεν αντέχει το ξεγύμνωμα και την αποκάλυψη της υποκριτικής ζωής του. Αντιδρά στο φανέρωμα της αλήθειας. Η δόλια εξουσία δολοπλοκεί για να διατηρείται στο θρόνο της και να απολαμβάνει το μεγαλείο της, το τελικά ψεύτικο. Αν η πολιτική εξουσία έχει τέτοια στοιχεία για να επιβιώνει είναι εντελώς ανεπίτρεπτο κάθε πνευματική εξουσία να χρησιμοποιεί επαίσχυντους τρόπους για να παραμένει στο βάθρο της. Ο Χριστός υπέδειξε τρόπο στάσεως ζωής την ταπεινότητα, τη σεμνότητα, την ειλικρίνεια.

Οι μέρες που πέρασαν ήταν προετοιμασίας για την υποδοχή των Παθών του Κυρίου. Κι αν δεν νηστέψαμε και προσευχηθήκαμε, τουλάχιστον τώρα ας μετανοήσουμε και ας ταπεινωθούμε. Ας συγκινηθούμε που ένας απαθής παθαίνει για μας τους εμπαθείς. Όπως η έλλειψη του φωτός δίνει το σκοτάδι και η στέρηση της ζωής το θάνατο, έτσι και το πάθος είναι η παρουσία του αγαθού. Μέσα στο πάθος δεν μπορεί να υπάρχει αρετή. Ο Θεός που είναι η αυτοαγαθότητα αδυνατεί να συναντηθεί με την κακία, την ακαθαρσία, την εμπάθεια. Δεν αποστρέφεται τον αμαρτωλό, τον κατανοεί, τον συνδράμει, του δίνει πολλές ευκαιρίες να μετανοήσει ειλικρινά.

Ο άνθρωπος είναι ένα μεγάλο μυστήριο. Σήμερα βροντοφωνάζει “ωσαννά” και μετά από λίγο “σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν”. Τραγικό πρόσωπο ο άνθρωπος. Προτιμά το ψέμα από την αλήθεια, σαρκάζει τον δημιουργό του, αγνωμονεί, υποδουλώνεται στα πάθη του. Ο άνθρωπος πνιγμένος στα προβλήματα, τις δραστηριότητες και τις πολλές σκέψεις δεν συγκινείται ούτε ενώπιον του σταυρού. Στη θέση του Θεού έχει τοποθετήσει την ηδονή, την επικράτηση, την κυριαρχία. Είναι τέλεια ελεύθερος ο άνθρωπος να δεχθεί ή να απορρίψει ό,τι θέλει.

Για μια ακόμη φορά εισερχόμεθα στη Μεγάλη Εβδομάδα. Ας μην εξαντλήσουμε τα “θρησκευτικά μας καθήκοντα” ανάβοντας ένα κερί ή περνώντας από μια εκκλησία. Ας σταθούμε λίγο στη σκιά του σταυρού. Μη σαν τους Ιουδαίους σκανδαλισθούμε από τον Σταυρωμένο ή μη κι εμείς, σαν τους ειδωλολάτρες, τον θεωρήσουμε μωρία. Πρέπει να περάσουμε οπωσδήποτε από τη Μεγάλη Παρασκευή, για να πάμε στη λαμπροφόρα Κυριακή του Πάσχα. Δεν υπάρχει ποτέ ανάσταση, αν δεν προηγηθεί σταυρός. Δεν μπορούμε να πάμε κατευθείαν στο Πάσχα. Και μη λησμονάμε ότι σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο σταυρός. Ενώπιόν του ας γίνουμε όλοι πιο σώφρονες, συνετοί, σοβαροί, σεμνοί και ταπεινοί. Ο σταυρός μειώνει την ένταση των φωνών. Διδάσκει την αγία υπομονή και την οσία σιωπή.

Ο Γεδεών (για παιδιά)

Ο Ιησούς του Ναυή (για παιδιά)

Οσία Μαρία η Αιγυπτία

Η Μαρία στην έρημο. Μικρό γυναικείο κορμί εκτεθειμένο σε συνθήκες αβίωτες. Μπορούμε ά­ραγε να φανταστούμε πόση εμπιστοσύνη στο Θεό σημαίνει αυτό; Χωρίς όλα αυτά που διαθέτουμε, οι σύγχρονοι κυρίως άνθρωποι, όταν - παίρνοντας συχνά για πίστη μια ρηχή ευσέβεια που ελάχιστα μας βοηθάει - συνεχίζουμε να ζούμε καθημερινά με άγχος και αγωνία. Εκείνη όμως πάει στην έρημο, χωρίς φίλους και σύζυγο, χωρίς ασφάλιση και λογαριασμό στην τράπεζα, θέρμανση και κλιματι­σμό, ή έστω ρούχα, στέγη, τροφή. Αυτή η γυναίκα αντιμετωπίζει όσα φοβόμαστε: τη μοναξιά, την απειλή των θηρίων, την πείνα και τη δίψα, τις φοβε­ρές θερμοκρασίες μέρα και νύχτα, την αρρώστια, το θάνατο. Και κάτι ακόμα πιο πολύ: έρχεται αντι­μέτωπη με τον ίδιο τον εαυτό της.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: Προς τον επίσκοπο Κάστορα, περί των οχτώ λογισμών της κακίας (Φιλοκαλία)

Αφού πρωτύτερα συντάξαμε τον λόγο «περί διαμορφώσεως των Κοινοβίων», έχοντας το θάρρος στις προσευχές σου, επιχειρούμε πάλι να γράψομε για τους οχτώ λογισμούς της κακίας. της γαστριμαργίας, λέω, και πορνείας, φιλαργυρίας, οργής, λύπης, ακηδίας, κενοδοξίας και υπερηφάνειας.

1. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΛΙΑΣ


Πρώτα θα κάνω λόγο για την εγκράτεια στα φαγητά, η οποία είναι αντίθετη της γαστριμαργίας, και για τον τρόπο των νηστειών και την ποσότητα των φαγητών. Και αυτά, όχι από τον εαυτό μου, αλλά καθώς παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρες. Εκείνοι λοιπόν, δεν έχουν παραδώσει ένα κανόνα νηστείας, ούτε ένα τρόπο της διατροφής, ούτε το ίδιο μέτρο, γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, είτε λόγω ηλικίας, είτε ασθένειας, είτε καλύτερης συνήθειας του σώματος. Έχουν όμως παραδώσει σε όλους ένα σκοπό, να αποφεύγομε την αφθονία και να αποστρεφόμαστε τον χορτασμό της κοιλιάς. Έχουν δει στην πράξη ότι είναι ωφελιμότερο και βοηθά στην καθαρότητα το να τρώει κανείς μία φορά την ημέρα από το να τρώει κάθε τρεις ή τέσσερις ή εφτά ημέρες. Γιατί λένε, εκείνος που επεκτείνεται υπέρμετρα στη νηστεία, υπέρμετρα κατόπιν τρώει. Και από αυτό, άλλοτε εξαιτίας της υπερβολής της αποχής από την τροφή ατονεί το σώμα και γίνεται πιο απρόθυμο για τις πνευματικές εργασίες, και άλλοτε όταν γεμίσει από το βάρος των τροφών προκαλεί αμέλεια και εξασθένηση της ψυχής. Και πάλι οι άγιοι Πατέρες δοκίμασαν και είδαν ότι δεν είναι για όλους κατάλληλη η διατροφή με χόρτα, ούτε με όσπρια, ούτε όλοι μπορούν να τρέφονται μόνο με ξερό ψωμί. Και άλλος, καθώς είπαν, ενώ τρώει δύο λίτρες ψωμί, πεινά ακόμη, ενώ άλλος τρώει μία λίτρα ή εξ ουγγιές και χορταίνει. Σε όλους λοιπόν, όπως είπα, ένα κανόνα εγκράτειας έχουν παραδώσει, το να μην ξεγελιούνται με τον χορτασμό της κοιλίας(1), ούτε να παρασύρονται από την ηδονή του λάρυγγα. Γιατί δεν είναι μόνο η διαφορά της ποιότητας των τροφών, αλλά και η ποσότητα που ανάβει τα πυρωμένα βέλη(2) της πορνείας. Γιατί με οποιαδήποτε τροφή όταν γεμίσει η κοιλιά, γεννά το σπόρο της διαφθοράς. Και πάλι δεν είναι μόνο η κραιπάλη του κρασιού που φέρνει μέθη στη διάνοια, αλλά και η αφθονία του νερού και κάθε τροφής η υπερβολική χρήση, τη ζαλίζει και φέρνει νύστα σ' αυτήν. Αιτία της καταστροφής των Σοδομιτών δεν ήταν η κραιπάλη του κρασιού και των διαφόρων φαγητών, αλλά η αφθονία του άρτου, κατά τον προφήτη(3).


Η ασθένεια του σώματος δεν είναι αντίθετη με την καθαρότητα της καρδιάς, όταν δώσομε στο σώμα εκείνα που απαιτεί η ασθένεια, όχι ό,τι θέλει η ηδονή. Τις τροφές τις χρησιμοποιούμε τόσο ώστε να ζήσομε, όχι για να σκλαβωθούμε στις ορμές της επιθυμίας. Η μετρημένη και μέσα σε λογικά όρια τροφή βοηθά στην υγεία του σώματος, δεν αφαιρεί την αγιότητα. Ακριβής κανόνας εγκράτειας, όπως παρέδωσαν οι Πατέρες, είναι να σταματούμε να τρώμε πριν χορτάσομε. Και ο Απόστολος που είπε: «Μη φροντίζετε για την σάρκα, πως να ικανοποιήσετε τις επιθυμίες της»(4), δεν εμπόδισε την αναγκαία κυβέρνηση της ζωής, αλλά απαγόρευσε την φιλήδονη φροντίδα.


Άλλωστε, για την τέλεια καθαρότητα της ψυχής, δεν αρκεί μόνο η εγκράτεια στα φαγητά, αν δεν συντρέχουν και οι υπόλοιπες αρετές. Λοιπόν, η ταπείνωση με την υπακοή και την καταπόνηση του σώματος, ωφελούν πολύ. Η αποχή από τη φιλαργυρία, όχι μόνον το να μην έχει κανείς χρήματα, αλλά και το να μην τα επιθυμεί, οδηγεί στην καθαρότητα της ψυχής. Η αποχή από την οργή, από την λύπη, από την κενοδοξία, από την υπερηφάνεια, όλα αυτά προξενούν τη γενική καθαρότητα της ψυχής. Τη μερική καθαρότητα της ψυχής, μέσω της σωφροσύνης, ιδιαίτερα κατορθώνουν η νηστεία και η εγκράτεια. Γιατί είναι αδύνατον εκείνος που έχει γεμάτη την κοιλιά του, να κάνει νοερό πόλεμο εναντίον του πνεύματος της πορνείας. Ώστε λοιπόν πρώτος αγώνας μας ας είναι να συγκρατούμε την κοιλιά μας και να υποδουλώνομε το σώμα. Όχι μόνο με νηστεία, αλλά και με αγρυπνία και κόπο και πνευματικά αναγνώσματα και με το να μαζεύομε την καρδιά μας πάνω στο φόβο της κολάσεως και στον πόθο της βασιλείας των Ουρανών.

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι

Σκέψεις πάνω στη ρήση του οσίου Σιλουανού

Τι άραγε είχε ζήσει ο όσιος Σιλουανός και διακήρυξε αυτή την διαχρονική για τα μηνύματά της φράση; ’ραγε το περιεχόμενό της έχει να πει κάτι σε μας τους απλούς καθημερινούς αμαρτωλούς Χριστιανούς; Αναρωτιέμαι, μπορούμε να γίνουμε μέτοχοι της παραπάνω καταστάσεως ή μπορούμε έστω να την ψηλαφίσουμε ή έστω να την
κατανοήσουμε;

Πριν όμως επιχειρήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε το νόημα αυτής της φράσης, θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε αν θα μπορούσε να παραλληλιστεί η κατάσταση αυτή -σύμφωνα και με τις περιγραφές του γέροντος Σωφρονίου- με παρόμοιες δικές μας βιωθείσες καταστάσεις, παρ ότι δεν έχουμε φτάσει σε επίπεδα αγιότητας.

Έχω την αίσθηση ότι αξίζει να κάνουμε αυτόν τον παραλληλισμό, γιατί έτσι θα διαπιστώσουμε ότι ίσως έχουμε νιώσει παραπλήσιες καταστάσεις -σε μικρότερα βέβαια επίπεδα αναλογίας- μ αυτές που καταγράφουν τόσο παραστατικά οι γέροντες Σιλουανός και Σωφρόνιος στα βιβλία τους.

Όταν λοιπόν βυθιζόμαστε στην απόγνωση, όταν παραλύει ο κόσμος των αισθήσεών μας, όταν κατακλυζόμαστε από μια ζοφερή μαυρίλα, από τη βεβαιότητα του αδιεξόδου από τη διάψευση και της παραμικρής ελπίδας, όταν νιώθουμε ανήμποροι να αντιδράσουμε στη δοκιμασία, όταν έχει γκρεμιστεί κάθε ίχνος αισιόδοξης προοπτικής, τότε
θα μπορούσαμε να ψιθυρίσουμε ότι η ψυχή μας ζει στον ’δη, ότι η θλίψη και η οδύνη της καρδιάς μας μοιάζουν με ατομική βόμβα που περιμένει αργά και κυνικά την πυρηνική σχάση του βαθύτερου είναι μας και την έκλυση εκατοντάδων μιλισίβερτ συσσωρευμένου πόνου που θα μπορούσε να παρομοιαστεί μόνο με το φαινόμενο της
ηφαιστειακής έκρηξης ή της μαύρης τρύπας.

Η ζωή μας είναι συνυφασμένη με τον πόνο και πολλές φορές τον «άδικο». Ο ίδιος ο Χριστός μας έδειξε στην πράξη, ότι, για να ζήσουμε την Ανάσταση, πρέπει πρώτα να περάσουμε απ το καμίνι της Γεθσημανίου θλίψης και της σταύρωσης στον Γολγοθά. Συνεπώς ο πόνος, και μάλιστα στα επίπεδα που οσμιζόμαστε τα χνώτα του ’δη, δεν είναι
κάτι που πρέπει να αποπειραθούμε να ξεγελάσουμε. Αντίθετα πρέπει να τον υποδεχθούμε με ταπείνωση, αγωνιστική διάθεση και προσευχή. Μόνο τότε δε θα καταντήσουμε όμηροι της απελπισίας, αλλά θα αισθανθούμε να μας αγγίζει το παρηγορητικό χάδι του Θεού (συνήθως μέσα απ τα παραδείσια δάκρυα).

Όταν είμαστε λοιπόν μέτοχοι της παραπάνω καταστάσεως θα μπορέσουμε να υποψιαστούμε την υπερβατική κατάσταση της Θεοεγκαταλείψεως και να αναφωνήσουμε το «Κράτα το νου σου στον ’δη και μην απελπίζεσαι». Παρόλ αυτά βέβαια δε μπορούμε να ταυτίσουμε το δικό μας βίωμα με αυτό του γέροντος Σιλουανού. Ίσως -δεν ξέρω- ο
πόνος να είναι μερικές φορές ίδιος σε ένταση, αλλά σίγουρα διαφορετικός στα ποιοτικά του χαρακτηριστικά. Μου έρχεται στο μυαλό η διαφορά μεταξύ σαρκικού και θείου έρωτα.

Ο π. Μάξιμος Έγκερ σχολιάζοντας την φράση «Κράτα το νου σου στον ’δη και μην απελπίζεσαι», καταλήγει στο συμπέρασμα πως το να κρατάμε το νου μας στον ’δη είναι μια πρόσκληση στις πιο σκοτεινές αβύσσους της ύπαρξής μας. Μια πρόσκληση απογύμνωσης της ψυχής μας και έκθεσής της στις ακτίνες της θείας αγάπης. Όσο το θείο Φως
φωτίζει το σκοτάδι της καρδιάς μας, τόσο διακρίνουμε εκεί τις ακαθαρσίες που αμαυρώνουν την εικόνα του Θεού μέσα μας. Όσο περισσότερο συνειδητοποιούμε την αγάπη του Κυρίου και Δημιουργού μας, τόσο πιο πολύ υποφέρουμε που Τον έχουμε πληγώσει. Αλλά αυτή η λύπη είναι ζωηφόρος, αντίθετα από αυτήν της αμαρτίας που είναι
θανατηφόρος.

Βρισκόμαστε στην καρδιά της παραδοξότητας της χριστιανικής εμπειρίας, όπου πρέπει να πεθάνεις για να αναστηθείς· να περάσεις από τον ’δη για να εισχωρήσεις στη Βασιλεία· να ταπεινωθείς για να ανέλθεις· να αδειάσεις (από το εγώ) για να πληρωθείς (από το ’γιο Πνεύμα).

Συνεπώς η μετάνοια, ακόμα και στη ριζική της μορφή, που είναι αυτοκαταδίκη, είναι ακριβώς το αντίθετο της ενοχής. Ενώ η ενοχή συνιστά εγκλεισμό, τελμάτωση, εσωστρέφεια, η μετάνοια είναι απελευθέρωση, κίνηση και άνοιγμα στον άλλο και τον όλως ’λλο.

Ζωτικός

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Η ΨΥΧΡΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

Η ψυχρότητα στην προσευχή οφείλεται είτε σε ψυχική κόπωση είτε σε πνευματικό κορεσμό είτε σε σωματικές απολαύσεις και αναπαύσεις είτε σε πάθη, που κυριεύουν την ψυχή , προπαντός στην έπαρση. Όλα αυτά ειναι ενάντια στην πνευματική ζωή, μέσα στην οποία κεντρική θέση κατέχει η προσευχή. Έτσι, πρώτα και κύρια προκαλούν το στέρεμα της πηγής της προσευχής μέσα μας. Αυτό, όμως, μπορεί να όφείλεται και σε απομάκρυνση της χάριτος, που συμβαίνει με θεία παραχώρηση. Και να γιατί: Όταν η ψυχή μας φλέγεται από τόν πόθο του Θεού και από την καρδιά μας ξεχύνεται ολόθερμη προσευχή, δεν έχουμε παρά ελεητική επίσκεψη της χάριτος . Εμείς όμως, οταν η ευλογημένη αυτή κατάσταση παρατείνεται για πολύ,νομίζουμε ότι κατορθώσαμε κάτι σπουδαίο με το δικό μας αγώνα και κυριευόμαστε από την κενοδοξία. Για λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν , απομακρύνεται η χάρη και μένει η ψυχή μας μόνη της, γυμνή και αδύναμη, ανίκανη να ζήσει πνευματικά, ψυχρή και απρόθυμη να προσευχηθεί…

Τι θα κάνουμε, λοιπόν, για να ξεφύγουμε άπ’ αυτή την κατάσταση; Πρώτα-πρώτα θα φροντίσουμε να εξουδετερώσουμε τις αιτίες της. Και ύστερα, παρ’ όλη την ψυχρότητα της ψυχής μας , θα κάνουμε με επιμονή και υπομονή τον καθημερινό προσευχητικό κανόνα μας, προσπαθώντας αφ’ ενός να συγκεντρώνουμε το νου μας στα λόγια των ευχών και αφετέρου να ξεσηκώνουμε μέσα στην καρδιά μας αισθήματα φιλόθεα. Με τον καιρό ο Θεός , βλέποντας την ταπείνωση και την καρτερία μας, θα μας ξαναστείλει τη χάρη Του, που θα διώξει το πνεύμα της ψυχρότητος, όπως ο άνεμος διώχνει την ομίχλη.

Πως θ’ αποκτήσουμε θερμότητα στην Προσευxή

Με αγώνα και υπομονή, μ’ αυτά τα δυό θα ζωντανέψει μέσα μας η φλογερή προσευχή. Απαιτούνται χρόνος και κόπος πολύς. Όμως, ας μη λιποψυχήσουμε, ας μην αποκάνουμε, ας μη βαρεθούμε. Η προσπάθειά μας, αν είναι συστηματική και επίμονη, θα στεφανωθει οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, με επιτυχία. Θα στεφανωθεί όχι χάρη σ’ εμάς, αλλά χάρη στο άπειρο έλεος του Θεού.

Είναι καλό να συνηθίσει η γλώσσα σας την ευχή του Ιησού, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”, ή οποιαδήποτε άλλη σύντομη προσευχή με το νου συγκεντρωμένο στην καρδιά. Αγωνιστείτε να προξενήσετε στην καρδιά σας, ας το πω έτσι , μια μικρή πληγή. Ο συστηματικός κόπος σας σύντομα θα δημιουργήσει την πληγή αυτή. Και τότε ο Κύριος θα σας επιβραβεύσει με τη δική Του χαρισματική προσευχή.

Η βιασύνη στην προσευχή

Σας έλέγχει η συνείδηση, επειδή κάνετε πολύ βιαστικά την προσευχή σας. Και είναι εύλογο. Γιατί υπακούτε στον εχθρό ; Εκείνος είναι που σας παρακινεί: “Γρήγορα… πιο γρήγορα…”. Η βιαστική προσευχή δεν έχει πνευματικό καρπό . Βάλτε, λοιπόν, κανόνα στον εαυτό σας να μη βιάζεστε. Να προσεύχεστε έτσι, ώστε ούτε μια λέξη να μην προφέρουν τα χείλη σας , που να μην την κατανοεί ο νους σας και να μην τη βιώνει η καρδιά σας. Πρέπει να ριχθείτε σ’ αυτόν τον αγώνα με αποφασιστικότητα στρατιωτική. Και όταν ο εχθρός σας ψιθυρίζει, “Κάνε τούτο ή εκείνο”, εσείς να του αποκρίνεστε : “Ξέρω τί θα κάνω. Δεν σε χρειάζομαι. Φύγε από δω! “. Την ψυχή την τρέφει μόνο η προσευχή . Η δική σας προσευχή, όμως, είναι επιφανειακή, όχι ουσιαστική. Γι ‘ αυτό η ψυχή σας μένει ανικανοποίητη, πεινασμένη …

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, Εκδ. ε΄, Ι. Μ. Παρακλήτου 2005 σ. 45-46, 49)

FOURTH WEEK of Salutations to the Most Holy Theotokos

Τheotokos, O Virgin, you are the fortress for virgins and all who to you run for refuge. For the Maker of heaven and earth, O immaculate Maiden, thus constructed you. He inhabited your womb and instructed all how to address you:
Rejoice, O pillar of the virgin station.
Rejoice, O portal of man’s salvation.
Rejoice, initiator of interior renaissance.
Rejoice, administrator of God’s beneficence.
Rejoice, for you regenerated those who were shamefully conceived.
Rejoice, for you reeducated those whose intellects had been seized.
Rejoice, incapacitator of the deflowerer of sanity.
Rejoice, procreator of the Sower of chastity.
Rejoice, of ungamic22 union the bridal room.
Rejoice, who unite believers to the Lord as Groom.
Rejoice, O beautiful nursemaid of virgins.
Rejoice, O bridesmaid of souls that are holy.
Rejoice, O unwedded Bride.
U
nsuccessful is every hymn that hastens to pay tribute to the multitude of Your tender mercies. For even if we offer You odes in number equal to the sands, O holy King, yet we do nothing worthy of what You have given us who cry to You: Alleluia.
V
iewing the holy Virgin, we see a light-bearing lantern that shone upon those who were in darkness. For she lit the immaterial light, and to divine knowledge thus conducts everyone, enlightening the intellect, and honored by such acclamations:
Rejoice, the ray of the intelligible daystar.
Rejoice, the beam of the unwaning luster.
Rejoice, flash of lightning that brightly illumines souls.
Rejoice, who like thunder have stunned our enemies.
Rejoice, for you cause the rising up of the light that brightly glows.
Rejoice, for you cause the gushing up of the stream that mightily flows.
Rejoice, who illustrate the baptismal font’s image.
Rejoice, who eliminate the stain of sin’s stigma.
Rejoice, the laver washing out consciences.
Rejoice, the krater23 serving what gladdens hearts.
Rejoice, the fragrance of Christ’s aroma.
Rejoice, the life of mystical feasting.
Rejoice, O unwedded Bride.
W
ishing to grant remission of ancient obligations, He who cancels the debts of all people came himself as a stranger and dwelt among those who were from His divine grace estranged; and tearing up the bond of sin, He hears from everyone, Alleluia.
E
xtolling your birthgiving with songs, we all praise you as a live temple, O Theotokos. For the Lord who encompasses all in His hand, having made His abode in your womb, sanctified you and glorified you and taught all people to cry to you:
Rejoice, O tabernacle of God the Logos.
Rejoice, O holier than the holies.
Rejoice, ark that was gilt by the Spirit.
Rejoice, life’s inexhaustible treasure.
Rejoice, exquisite diadem of kings with true beliefs.
Rejoice, reverential pride of profoundly pious priests.
Rejoice, the Church’s unshaken citadel.
Rejoice, the Empire’s fortress that never fell.
Rejoice, through whom rise trophies of victory.
Rejoice, through whom fall enemies utterly.
Rejoice, my bodily health’s restoration.
Rejoice, my soul’s everlasting salvation.
Rejoice, O unwedded Bride.
“Most Holy Theotokos, save us.”
Y
ou, all-laudable Mother who gave birth to the Logos Who is holiest of all who are holy: (thrice) O accept this offering now, and from calami­ties all deliver everyone, and redeem from the future torments of hell those who cry out with zeal: Alleluia.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...