Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Πέντε τρόποι μετανοίας (μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης)


Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πρακτικά μας δείχνει πέντε δρόμους της μετανοίας. Μας λέγει:
Πρώτος δρόμος μετανοίας είναι ν’ αυτοκαταδικάζεσαι για τις αμαρτίες σου. Ο Κύριος εκτιμά ιδιαίτερα αυτή σου την πράξη. Αυτός που μόνος του καταδίκασε τ’ αμαρτήματά του πολύ δύσκολα θα τα επαναλάβει. Η έγκαιρη εξέγερση της συνειδήσεως σου διά της αυτοκατηγορίας δεν θα έχει κατήγορο στο ουράνιο κριτήριο.
Δεύτερος αξιόλογος δρόμος μετανοίας είναι να μη βαστάς κακία για κανένα, ακόμα και γι’ αυτούς τους εχθρούς σου. Να συγκρατείς πάντοτε την οργή σου, να συγχωρείς τ’ αμαρτήματα των άλλων, γιατί έτσι θα εξαλείψει και τα δικά σου ο Κύριος. Είναι αυτό ένα αποτελεσματικό καθαρτικό, αφού μας το υπέδειξε ο ίδιος ο Κύριος λέγοντας: Αν συγχωρέσετε τους χρεώστες σας, τότε θα σας συγχωρήσει σίγουρα και ο ουράνιος πατέρας μας (Ματθ. 6. I).
Τρίτος ασφαλής δρόμος μετανοίας είναι η ορθή, θερμή και εκ βαθέων καρδιακή προσευχή. Μη λησμονάμε την ευαγγελική χήρα που επέμενε στο αίτημα της στον δύστροπο δικαστή και τελικά έλαβε το ποθούμενο (Λουκ. 18, 1-8). Αν εκείνη έλαβε για την επιμονή της από τον αδιάντροπο δικαστή, πόσο μάλλον εμείς που έχουμε ουράνιο πατέρα ήμερο, φιλικό και φιλάνθρωπο και οπωσδήποτε θα μας δωρίσει τα προς τη σωτηρία μας αιτήματα.
Τέταρτος σίγουρος δρόμος μετανοίας είναι της ελεημοσύνης, που η δύναμή της είναι ανέκφραστα μεγάλη. Ο προφήτης Δανιήλ είπε στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα να ξεπλύνει τις πολλές αμαρτίες του μ’ ελεημοσύνη και τ’ ανομήματά του με το να ευσπλαγχνισθεί τους φτωχούς. Η αγάπη είναι ικανή να εξαλείψει αμαρτήματα. Ο μετανοημένος παραβάτης με τη φιλανθρωπία επανορθώνει τα πάντα με τον αγώνα του και τη χάρη του Θεού.
Πέμπτος δρόμος σταθερός ο συνδυασμός πηγαίας μετριοφροσύνης κι εγκάρδιας ταπεινοφροσύνης. Μάρτυρας προς τούτο ο τελώνης της ευαγγελικής παραβολής. Η γνήσια ταπεινοφροσύνη του αποτίναξε όλο το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων του.
Καταλήγει λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, ο ιερός Χρυσόστομος: Να καταδικάζουμε τις αμαρτίες μας, να συγχωρούμε τις αμαρτίες των αδελφών μας, να ‘χουμε κερδοφόρα προσευχή, καρπούς ελεημοσύνης και ταπεινοφροσύνης, δίχως να καθυστερούμε, δίχως να χάνουμε ούτε μία μέρα και ώρα βαδίζοντας τους πέντε αυτούς σωτήριους δρόμους καθημερινά.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Η Μετάνοια κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι, όπως γνωρίζουμε όλοι, ένας μεγάλος φωστήρ της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο οποίος επέτυχε με την όλην θεολογίαν του, πού είναι καρπός της εν Χριστώ βιοτής του, να αναβιώση στην εποχήν του η Ορθόδοξος θεολογία εις όλον το βάθος της. Λέγεται εις το Άγιον Όρος ότι η θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά εκάλυψε όλα τα κενά και του παρελθόντος και του μέλλοντος. Ο Αγιορείτης Άγιος αρχίζει την αθωνική βιοτή του από την μονή της μετανοίας μας, την Μεγίστην Μονή του Βατοπαιδίου, διδαχθείς την νοερά εργασία και ασκητική ζωή από τον Βατοπαιδινό Άγιο Νικόδημο τον Ησυχαστή. Πεφωτισμένος ο Άγιος Γρηγόριος από τις άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, απέκτησε πνευματικήν σοφία και έγινε τέλειος διδάσκαλος των αρετών και της κατά Θεόν ζωής.

Ακολουθώντας την γνησίαν πατερική παράδοσι δεν αποδέχτηκε την ηθικιστική θεώρησι της πνευματικής ζωής, πού προσπάθησαν μερικοί να φέρουν από την Δύσι και να προβάλουν στον χώρο των Ορθοδόξων.

Σε ολόκληρη την πατερική παράδοσι τονίζεται ότι η μετάνοια δεν εξαντλείται σε ορισμένες αντικειμενικές βελτιώσεις της συμπεριφοράς ούτε σε τύπους και σχήματα εξωτερικά, αλλά αναφέρεται σε μια βαθύτερη και καθολικότερη αλλαγή του ανθρώπου. Δεν είναι μία παροδική συντριβή από την συναίσθησι διαπράξεως κάποιας αμαρτίας, αλλά μία μόνιμη πνευματική κατάστασι, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνσι του ανθρώπου προς τον Θεό, και συνεχή διάθεσι για ανόρθωσι, θεραπεία και ανάληψι του πνευματικού αγώνα. Μετάνοια είναι το νέο φρόνημα, η νέα σωστή πνευματική κατεύθυνσι, πού πρέπει να συνοδεύη τον άνθρωπο μέχρι την στιγμή του θανάτου. Μετάνοια είναι η δυναμική μετάβασι από την παρά φύσι κατάστασι των παθών και της αμαρτίας στην περιοχή της αρετής και του κατά φύσι, είναι η τελεία αποστροφή της αμαρτίας και η πορεία επιστροφής στον Θεό.

Την αλήθεια αυτή επισημαίνει κατ΄ επανάληψι ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Μετάνοια, λέγει, εστί το μισήσαι την αμαρτίαν και αγαπήσαι την αρετήν και εκκλίναι από του κακού και ποιήσαι το αγαθόν». Από τον ορισμό αυτό φαίνεται σαφώς ότι ο Ιερός πατήρ δεν μπορεί να δη την μετάνοια ως τυπική και μηχανική αλλαγή, αφού την προσδιορίζει η οντολογική ανακαίνισι του ανθρώπου. Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το γεγονός της μετανοίας δεν είναι δυνατό να αντικειμενοποιήται στις διαστάσεις μιας απρόσωπης συνταγής η τακτικής, αλλά παραμένει πάντοτε ενδεχόμενο προσωπικής αποκαλύψεως. «Ο μετανοών άνθρωπος εκ ψυχής τη μεν αγαθή προθέσει και τω της αμαρτίας εκστήναι φθάνει προς τον Θεόν» (Ομιλία 3η P.G. 151, 44Β).

Αυτός ο προσωπικός χαρακτήρας της μετανοίας αποκλείει για τον Παλαμά και γενικώς για Ολους τους Αγίους Πατέρες κάθε ευσεβιστική χροιά, πού θέλησε να δώση στην μετάνοια, και κατά συνέπεια, στην όλη πνευματική ζωή, η Δύσι. «Ου γαρ εν ρήμασιν ημών, αλλ’ εν πράγμασιν η ευσέβεια», τονίζει ο ιερός Ησυχαστής (Προς Φιλόθεον 6, Συγγράμματα Β’, σελ. 521).

Αλλά αφού η μετάνοια είναι αρχή και τέλος της κατά Χριστόν πολιτείας, και αφού είναι σκοπός αυτής της ζωής, είναι επόμενο όλα να θεωρούνται από αυτήν και να παίρνουν αξία η απαξία σε σχέσι με αυτήν. Και αυτή ακόμη «η πίστις ωφελεί, εάν κατά συνείδησιν πολιτεύηταί τις και ανακαθαίρει εαυτόν δι΄εξομολογήσεως και μετανοίας» (Ομιλία 30, P.G. 151,185Α). Αυτό άλλωστε δίνεται ως υπόσχεσι και συμφωνία κατά την στιγμή του Αγίου Βαπτίσματος.

Ένα βασικό στάδιο, πού προηγείται από την μετάνοια, είναι η επίγνωσι και η συναίσθησι των αμαρτημάτων, «ήτις μεγάλη εστίν προς ιλασμόν αφορμή» αναφέρει ο Άγιος Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (Ομιλία 28, P.G. 151, 361C). Ο άνθρωπος, κατά τον Παλαμάν, για να έλθη σε μετάνοια, φθάνει προηγουμένως σε επίγνωσι «τών οικείων πλημμελημάτων» και μεταμελείται μπροστά στο Θεό, στον οποίον καταφεύγει «έν συντετριμμένη καρδία». Αφήνει τον εαυτό του στο πέλαγος της ευσπλαχνίας Εκείνου και πιστεύει, όπως ο άσωτος, ότι είναι ανάξιος να ελεηθή από τον Θεό και να ονομάζεται υιός του. Και όταν με την επίγνωσι και την συναίσθησι της αμαρτωλότητος έλκυση επάνω του το έλεος του Θεού, παίρνει τελείαν την άφεσιν με την αυτομεμψία και την εξομολόγησι.

Θέλοντας ο Θεόσοφος Πατήρ να προσδιορίση όλα τα στάδια της μετανοίας, λέγει χαρακτηριστικά τα έξης: «Τη γαρ επιγνώσει των οικείων αμαρτημάτων έπεται η οικεία κατάγνωσις· ταύτη δε η επί τοις αμαρτήμασι λύπη, ην ο Παύλος κατά Θεόν προσηγόρευσε. Τη δε κατά Θεόν λύπη ταύτη πέφυκεν ακολουθείν η μετά συντετριμμένης καρδίας προς τον Θεόν εξαγόρευσις τε και δέησις, και η υπόσχεσις της εις το έξης των κακών αποχής και τοϋτό έστιν η μετάνοια».

Η μετάνοια ως νέα κατάστασις στη ζωή του ανθρώπου, συνοδεύεται από ορισμένες συνέπειες πού η βιβλική και πατερική γλώσσα τις ονομάζει «καρπούς μετανοίας». Ως πρώτον καρπόν μετανοίας ο ιερός πατήρ προβάλλει την εξομολόγησι, αφού με αυτή κερδίζεται η θεραπεία και η κάθαρσι της ψυχής του πιστού και εγκαινιάζεται η καινούργια ζωή: «Η των αμαρτιών ουν εξομολόγησις αρχή εστι της καλλιέργειας ταύτης, ταυτόν ο’ ειπείν της μετανοίας και της ετοιμασίας του δέξασθαί τινα εν εαυτώ τον σωτήριον σπόρον, τον λόγον του Θεού» (Σοφοκλέους Οικονόμου, Ομιλία ΝΣΤ’, σελ. 201-202).

Η εξομολόγησι όμως δεν είναι ο μόνος καρπός της μετανοίας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος καλώντας με το κήρυγμα του τους ανθρώπους σε μετάνοια, εκτός από την εξομολόγησι τους παρακινούσε σε ελεημοσύνη, δικαιοσύνη, μετριοφροσύνη, αγάπη και αλήθεια, πού είναι γνωρίσματα της ανακαινιστικής δυνάμεως της αληθείας.



Ο Ιερός Αγιορείτης Ιεράρχης είς την 23η ομιλία του τονίζει ότι «η μετάνοια, είπερ αληθώς εκ καρδίας εστίν, αναπείθει τον κεκτημένον μηκέτι προσκεχηκέναι τοις φθειρομένοις, μηκέτι προσκεχηκέναι ταις ου καλαίς ηδοναίς, αλλά καταφρονείν των παρόντων, αντέχεσθαι των μελλόντων, αγωνίζεσθαι κατά παθών, αντιποιείσθαι των αρετών, εγκρατεύεσθαι πάντα, επαγρυπνείν ταις προς Θεόν δεήσεσιν, απέχεσθαι του εξ αδικίας κέρδους, ίλεων είναι τοις αυτώ πταίουσι, τοις ικετεύουσιν ευμενή, τοις δεομένοις της παρ’ αυτού βοηθείας, οις έχει λόγους έργοις, αναλώμασιν ετοιμότατον» (Ομιλία 23, P.G. 151,364 BC). Δηλαδή ο άνθρωπος πού ζη αληθινά την μετάνοια δεν ξαναγυρίζει στις πρώτες αμαρτίες, ούτε προσκολλάται σε πρόσωπα και πράγματα της φθοράς, ούτε προσχωρεί στις αμφίβολες ηδονές, αλλά καταφρονεί τα παρόντα, προσβλέπει στα μέλλοντα, αγωνίζεται κατά των παθών, επιδιώκει τις αρετές, άγρυπνε! στην προσευχή, απέχει από άδικα κέρδη, είναι επιεικής σε όσους πταίουν εναντίον του, εύσπλαχνος σε αυτούς πού τον προκαλούν και έτοιμος να βοηθήση με λόγους, με έργα και με θυσίες ακόμη αυτούς πού έχουν την ανάγκη του. Και όταν προτρέπη ο οσιώτατος πατήρ τους χριστιανούς να αποκτήσουν έργα μετανοίας, υπογραμμίζει κυρίως το ταπεινό φρόνημα, την κατάνυξι και το πνευματικό πένθος. Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα γνωρίσματα του χριστιανού εκείνου πού ζη την μετάνοια, λέει ότι είναι γαλήνιος και ήρεμος, γεμάτος έλεος και συμπάθεια προς τους άλλους, ποθεί την δικαιοσύνη, επιζητεί την καθαρότητα, έχει ειρήνη αλλά και φέρνει την ειρήνη, υπομένει καρτερικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες και νιώθει χαρά και ευχαρίστησι στους διωγμούς, τις ύβρεις, τις συκοφαντίες, τις απώλειες και όσα άλλα πάσχει για την αλήθεια και την δικαιοσύνη (Ομιλία 31, P.G. 151, 392C, Φυσικά Θεολογικά).

Η πορεία της ανορθώσεως με την μετάνοια, της απομακρύνσεως από την δουλεία των παθών και της ασκήσεως για την εργασία των θείων εντολών είναι πορεία των αγίων και θεουμένων υπάρξεων. Και από αυτήν την αλήθεια ξεκινώντας ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τονίζει τα εξής: «Εάν κάθε χριστιανός δεν ημπορεί να φθάση τους Αγίους και τα μεγάλα και θαυμαστά επιτεύγματα πού χαρακτηρίζουν την ζωή τους και είναι εξ ολοκλήρου αμίμητα, μπορεί όμως και πρέπει να μοιάση και να τους ακολουθήση στην πορεία της ζωής τους προς την μετάνοια. Και αυτό, γιατί καθημερινά «πολλά πταίομεν άκοντες» και μοναδική ελπίδα σωτηρίας για όλους μας παραμένει η ανάνηψι και η βίωσι, κατά τον Άγιον Γρηγόριον, της «διηνεκούς μετανοίας» (Ομιλία 28, RG. 151.361C).



Το πένθος ως ασκητική προϋπόθεση

Βασική προϋπόθεσι εξόδου από τα δεσμά των παθών, αλλά και ταυτοχρόνως αρχή και πηγή μετανοίας είναι το κατά Θεόν πένθος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μέσα στα κείμενα του πολύ συχνά αναφέρεται στο κατά Θεόν πένθος και στην οδυνηρή αλλά και ευφρόσυνη κατάστασι, από την όποια χρειάζεται να περάση ο χριστιανός, πού επιθυμεί να ζήση την αληθινή ζωή. Γι΄ αυτό και δεν διστάζει να χαρακτηρίση την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ως κατ’ εξοχήν περίοδο πένθους και αγώνα πνευματικού, ως σύμβουλο του παρόντος αιώνος και ως προϋπόθεσι αναστάσεως για την ζωή του κάθε πιστού.

Ο Άγιος Παλαμάς πού βιώνοντας το κατά Θεόν πένθος άφηνε τους εκ βάθους στεναγμούς «φώτισαν μου το σκότος», πολύ δικαιολογημένα δεν μπορεί να δη το πέρασμα του άνθρωπου από τη ζωή της αμαρτίας στην «όντως ζωή» χωρίς το πένθος και την μετάνοια. Όταν ο νους, λέει, απελευθερωμένος από κάθε αισθητό πράγμα, ανεβή πάνω από τον κατακλυσμό της τύρβης για τα γήινα πράγματα και μπορέσει να δη τον έσω άνθρωπο, αφού συνειδητοποίηση κατά την δική του έκφρασι «το ειδεχθές προσωπείον», πού απέκτησε η ψυχή από την περιπλάνησί της στα γήινα, τότε σπεύδει να αποπλύνη τον ρύπο της με δάκρυα πένθους (Λόγος εις Πέτρον Αθωνίτην, P.G. 150). Όσο απομακρύνεται ο άνθρωπος από τις βιοτικές μέριμνες και επιστρέφει στον εαυτό του, τόσο περισσότερο γίνεται δεκτικός του θείου ελέους. Ο Χριστός μας εμακάρισε αυτούς πού πενθούν για τις αμαρτίες τους και για την απώλεια της σωτηρίας τους πού έ’χει ως αιτία την αμαρτία. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος για τον οποίον το πένθος αυτό ονομάζεται μακάριο.

Το πένθος, ενώ αποτελεί σύμφωνα με την πατερική και ασκητική παράδοσι, καρπό του Θεού, προϋποθέτει όμως και την συνεργία του άνθρωπου, πού χρειάζεται την ταπείνωσι, την αυτομεμψία, την κακοπάθεια, την νηστεία, την αγρυπνία, και κυρίως την προσευχή. Και αυτή η αμέλεια του άνθρωπου, στο να εργάζεται τις αρετές και να αγωνίζεται να επιτύχη το κατά Θεόν πένθος, ενισχύεται από την εμπειρία του ησυχασμού, πού μαρτυρεί ότι το πένθος αυτό δεν προξενεί νοσηρότητα και απελπισία, αλλά δημιουργεί στον άνθρωπο τις προϋποθέσεις για να νιώση πνευματική θυμηδία, παράκλησι και κατά τον Παλαμά «παροχή γλυκείας ιλαρότητος» (Προς Ξένην, P.G. 150). Και όταν βοηθήση τον νου να σηκώση το κάλυμμα των παθών, τον εισάγει αθόρυβα στα αληθινά ταμεία της ψυχής και τον εθίζει στην «εν κρύπτω» προς τον Πατέρα προσευχή.

Υπάρχουν πολλές αιτίες για τις όποιες πρέπει να πενθή ο πιστός. Όπως οι μαθηταί του Κυρίου ελυπούντο για την στέρησι του «όντως αγαθού διδασκάλου Χρίστου», έτσι και σε μας πού δοκιμάζομε την ίδια στέρησι και απουσία του Χρίστου από την ζωή μας, πρέπει να ενυπάρχη και να καλλιεργήται η ίδια λύπη (Ομιλία 29, P.G. 151). Υπάρχει όμως και άλλη αιτία για πένθος· είναι η έκπτωσι από τον χώρο της αληθείας του παραδείσου, στον χώρο του πόνου και των παθών. Είναι τόση η οδύνη αυτής της πτώσεως, διότι κρύβει όλο το δράμα της απομακρύνσεως από τον Θεό, την στέρησι της «πρόσωπον προς πρόσωπον» συνομιλίας με εκείνο, της αϊδίου ζωής και συνδοξολογίας με τους αγγέλους. Ποιος είναι αυτός πού έχει συνειδητοποιήσει την στέρησι όλων αυτών και δεν πενθεί; ερωτά ο Ιερός πατήρ. Και προτρέπει όλους τους πιστούς πού ζουν εν «ειδήσει της τοιαύτης στερήσεως» να πενθήσουν και να αποπλύνουν με το κατά Θεόν πένθος «τους εξ αμαρτίας μολυσμούς» (Ομιλία 29, P.G. 151). Η προτροπή αύτη του Αγίου Γρηγορίου είναι απολύτως εναρμονισμένη με την προτροπή και το βίωμα της εκκλησίας, πού με την υμνολογία της Κυριακής της Τυροφάγου καλεί τους χριστιανούς την παραμονή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να θυμηθούν την απομάκρυνσι από τον χαμένο παράδεισο και να πενθήσουν για την απώλεια αυτή.







Το πένθος είναι κατά τον ασκητικώτατον της Θεσσαλονίκης Ιεράρχην η πιο φυσική και αυθόρμητη εκδήλωσι της τραυματισμένης από την αμαρτία ψυχής, πού έρχεται σε μετάνοια. Ο Άγιος χρησιμοποιεί μία θαυμάσια παρομοίωσι για να κατάδειξη ότι τα τραύματα του άνθρωπου είναι εκείνα πού προκαλούν τον πόνο και όχι αυτό καθεαυτό το γεγονός της μετανοίας πού μόνο χαρά και παράκλησι δίνει στην ψυχή. Όπως σε κάποιον, λέει, πού είναι τραυματισμένη η γλώσσα του, φαίνεται δηκτικό το μέλι και για να νιώση την γλυκύτητα του χρειάζεται να θεραπευθούν τα τραύματα, το ίδιο συμβαίνει και με τον φόβο του Θεού- στις ψυχές πού γεννιέται μόλις νιώσουν το ευαγγελικό κήρυγμα, προξενεί λύπη, επειδή περιβάλλονται ακόμη από τα τραύματα των αμαρτιών μόλις όμως τα αποβάλουν με την μετάνοια, νιώθουν την ευαγγελική χαρά (Ομιλία 29, P.G. 151, 369Β). Γι΄ αυτό άλλωστε και το κατά Θεόν πένθος ονομάζεται και «χαροποιό».

Εμβαθύνοντας ο Παλαμάς στον δεύτερο κυριακό μακαρισμό, πού αναφέρεται στο πένθος, αιτιολογεί το ότι ο Χριστός τοποθετεί τον μακαρισμό αυτόν ακριβώς μετά από εκείνο της πνευματικής πτώχειας, από το γεγονός ότι το πένθος συνυπάρχει με την πνευματική πτωχεία.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του άνθρωπου πού πενθεί κατά Θεόν είναι η άρνησι να μετάθεση η να επιρρίψη σε άλλους την οποιαδήποτε ευθύνη για τις αμαρτίες του. Είναι βασική αρχή πού προβάλλει ο Παλαμάς, όταν μιλά για το κατά Θεόν πένθος, το να τύπτωμε τον ίδιο τον εαυτό μας για τις αμαρτίες μας και να αποφεύγωμε την μετάθεσι της ευθύνης στους άλλους (Ομιλία 29, P.G. 151,369C). Αύτη άλλωστε η μετάθεσι της ευθύνης για την αθέτησι της εντολής του Θεού από τον Αδάμ και την Εύα εστέρησε από αυτούς το σωτήριο πένθος της μετανοίας (Γεν. 3,12-13). Διότι αφού ο άνθρωπος επλάσθηκε από τον Θεό αυτεξούσιος και έλαβε κατά τον Παλαμά «αυτοκρατορικόν αξίωμα κατά των παθών ένδον το ηγεμονικόν της ψυχής» και «ουκ έχει όλως τον κατακρατούντα και βιαζόμενον» (Ομιλία 29, P.G. 151, 369C), με την αυτομεμψίαν και την κατά Θεόν λύπην θα μπορούσε να είχε κερδίση αυτό πού έχασε με την άρνησι αναλήψεως της ευθύνης για το αμάρτημα του. Γι΄ αυτόν τον λόγο ο θείος Γρηγόριος, προσπαθώντας να δώση ένα ορισμόν του πένθους λέει «τούτο τοίνυν εστίν η κατά Θεόν και σωτήριος λύπη, το ημάς αυτούς αιτιάσθαι, και μηδένα των απάντων έτερον, εφ΄ οις αυτοί πράττομεν πλημμελώς, και λυπείσθαι καθ’ εαυτών και δι΄ εξομολογήσεως των ημών ημαρτημένων και της επί τούτοις λυπηράς κατανύξεως τον Θεόν εξιλάσκεσθαι» (Ομιλία 29, P.G. 151, 369C).

Η αυτομεμψία είναι κατάστασι αναπόσπαστη για την ψυχή, στην οποία υπάρχει ταπείνωσι. Αρχικά την οδηγεί στον φόβο της κολάσεως. Φέρει στην φαντασία τις φρικτές τιμωρίες, όπως ο Κύριος τις περιγράφει στο Ευαγγέλιο, πού γίνονται φρικωδέστερες από την αιώνια διάστασι πού αποκτούν. Έτσι, ο άνθρωπος πού πενθεί εδώ τις αμαρτίες του και μέμφεται γι΄ αυτές τον εαυτόν του, αποφεύγει το ανωφελές, απαράκλητο και χωρίς τέλος πένθος, το όποιο γεννάται σε όσους τιμωρημένους έρχονται σε επίγνωσι των αμαρτιών τους. Εκεί, χωρίς καμμιά ελπίδα απαλλαγής και σωτηρίας, αυξάνεται η οδύνη του πένθους από τον αθέλητο έλεγχο της συνειδήσεως. Και αυτό το μόνιμο και διαρκές πένθος, επειδή δεν γνωρίζει τέλος, γίνεται αιτία άλλου πένθους και φοβερού σκότους και καύσωνα χωρίς δροσισμό, πού οδηγεί σε ανέκφραστο βυθό αθυμίας (Προς Ξένην, P.G. 150,1076D-1077A). Σε αντίθεσι με τον Αδάμ και την Εύα αναφέρει ο Παλαμάς τον Λάμεχ ως παράδειγμα ανθρώπου, πού ήλθε σε αυτομεμψία και κατάνυξι για τις αμαρτίες του (Ομιλία 29, P.G. 151, 369D).

Ιδιαιτέρως δε πρέπει να τονισθή ότι η άσκησι μέσα στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοσι είναι απόλυτα συνυφασμένη με το πένθος. Την οδύνη της πτώσεως και την χαρά της αναστάσεως τις ζη ο μοναχός με το χαροποιόν πένθος. Με την σωματική πτώχεια και ταπείνωσι, πού είναι η πείνα, η δίψα, η κακουχία και η κακοπάθεια του σώματος, μέσα με τα οποία έλλογα συστέλλονται οι αισθήσεις του σώματος, όχι μόνο γεννιέται το πένθος αλλά αναβλύζουν και δάκρυα. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δίδει σαφή εξήγησι γι΄ αυτή την πνευματική κατάστασι στην επιστολή του προς την μοναχή Ξένη. Όπως, λέγει, από την σωματική άνεση, την ανάπαυσι και την τρυφή, γεννώνται η αναλγησία, η πώρωσι και η σκληροκαρδία, έτσι από την ανήδονη, την λιτή και με εγκράτεια λαμβανόμενη τροφή, προκαλούνται η συντριβή της καρδιάς και η κατάνυξι. Με αυτά αποτρέπονται οι ενέργειες της κακίας και παρέχεται στην ψυχή άφατη και γλυκύτατη ιλαρότητα. Χωρίς την συντριβή της καρδιάς είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από τα πάθη. Η δε καρδιά δεν έρχεται σε συντριβή παρά μόνο με την εγκράτεια του ύπνου, της τροφής και των σωματικών ανέσεων. Όταν με την συντριβή απαλλαγή η ψυχή από τα πάθη και την πικρότητα της αμαρτίας, τότε δέχεται την πνευματική θυμηδία (Προς Ξένην, P.G. 151,1076BC). Αυτή άλλωστε είναι και η παράκλησι για την οποία ο Κύριος μακαρίζει τους πενθούντας. Έτσι μόνο εξηγείται το ότι η μεταβολή της λύπης σε χαρά, για την οποία μίλησε ο Χριστός στους μαθητές του, γίνεται βίωμα από το οποίο ο μοναχός αποκτά καθημερινή εμπειρία. Το πένθος γίνεται χαροποιό και μακάριο, διότι κυρίως καρποφορεί μέσα στον άνθρωπο τον αρραβώνα της αιωνίας χαράς.

Η αυτομεμψία και η συναίσθησι της αμαρτωλότητος είναι οι καταστάσεις πού προετοιμάζουν στην ψυχή το πένθος. Για πολύ καιρό, λέγει ο ιερός πατήρ, σαν ένα νοητό βάρος πάνω από το λογιστικό μέρος της ψυχής, το πιέζουν και το συνθλίβουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποστάξη ο σωτήριος οίνος πού «ευφραίνει καρδίαν άνθρωπου». Ο οίνος αυτός είναι η κατάνυξι, η οποία χάρι στο πένθος, μαζί με το ενεργητικό μέρος της ψυχής συνθλίβει και το παθητικό- και αφού την απαλλάξη από το σκοτεινό βάρος των παθών, την γεμίζει με την μακάρια χαρά (Προς Ξένην, P.G. 150, 1077Β).

Όσο οδυνηρό όμως είναι το πένθος στα πρώτα του στάδια, διότι συνυπάρχει με τον φόβο του Θεού, τόσο αργότερα με την πάροδο του χρόνου και την πνευματική προκοπή της ψυχής γίνεται χαροποιό, διότι βλέπει κανείς αληθινά μακάριους και γλυκούς καρπούς. Όσο χρονίζει το πένθος στην ψυχή, τόσο η αγάπη για τον Θεό αυξάνεται και με ακατάληπτο τρόπο ενώνεται μαζί της. Όταν δε η ψυχή βιώνει βαθιά το πένθος, γεύεται την παρηγοριά της χρηστότητος του Παρακλήτου. Αυτή είναι για την ψυχή τόσο ιερά, γλυκιά και μυστική εμπειρία, ώστε εκείνοι πού δεν απόκτησαν προσωπική γεύσι από αυτή, να μη την υποψιάζωνται καθόλου (Προς Ξένην, P.G. 150, 1077Β).

Μία θεμελιακή άποψι στην θεολογία του πένθους είναι ότι δεν συμμετέχει σ’ αυτό μόνο η ψυχή, αλλά και το σώμα. Και η «παράκλησις» για την οποία εμακάρισε ο Κύριος τους πενθούντας, είναι καρπός, τον όποιον δέχεται όχι μόνον η ψυχή, αλλά όπως τονίζει ο Παλαμάς «και το σώμα μεταλαμβάνει πολυτρόπως» (Υπέρ ησυχαζόντων 1, 3, 33). Εναργέστατη απόδειξι γι΄ αυτήν την πραγματικότητα αναφέρει «το κατώδυνον εφ΄ αμαρτήμασι πενθούσι δάκρυον» (Υπέρ ησυχαζόντων).



Καρπός ακόμη του κατά Θεόν πένθους, είναι και η σταθεροποίησι του άνθρωπου στην αρετή, μια και, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «η κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν αάμεταμέλητον απεργάζεται εις την ψυχήν προς σωτηρίαν» (Β’ Κορ. 7.10), διότι κατά τον Παλαμά μπορεί ο άνθρωπος να πτώχευση κατά Θεόν και να ταπεινωθή πνευματικά, αν όμως δεν προσλάβη και το πένθος, εύκολα μεταβάλλεται η διάθεσί του- μπορεί να ξαναγυρίση στις άτοπες και αμαρτωλές πράξεις, πού άφησε, και να ξαναγίνη παραβάτης των εντολών του Θεού, αφού πάλι θα φούντωση μέσα του η επιθυμία και ο πόθος για την αμαρτωλή ζωή. Αν όμως παραμείνη στην πτώχεια, πού εμακάρισε ο Κύριος, και καλλιεργήση μέσα του το πνευματικό πένθος, τότε σταθεροποιείται και ασφαλίζεται στην πνευματική ζωή, διώχνοντας έ’τσι τον κίνδυνο να επιστρέψη εκεί, από όπου ξεκίνησε (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C).
Η ωφέλεια όμως από το πένθος δεν περιορίζεται μόνο στο ότι ο άνθρωπος γίνεται σχεδόν ακίνητος προς το κακό, αλλά κατά τον Άγιον Γρηγόριον, εξαλείφει εντελώς και τις προηγούμενες αμαρτίες του, όταν βέβαια έχει ως κατάληξι το μυστήριο της μετανοίας. Διότι αφού ο άνθρωπος πενθεί κυρίως γι΄ αυτές, ο Θεός τις καταλογίζει ως ακούσιες· ο Άγιος χαρακτηριστικά λέγει ότι «τα ακούσια ουχ υπεύθυνα» (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C).

Έτσι το κατά Θεόν πένθος δεν εφελκύει μόνο την παράκλησι και την παρά Θεού συγχώρησι προσφέροντας τον αρραβώνα της αιωνίου ευφροσύνης, αλλά ταυτόχρονα προφυλάσσει τις αρετές πού έχει η ψυχή, αφού κατά τον Άγιον Γρηγόριον η ψυχή πού έμαθε να πενθή γίνεται δυσκίνητη προς το κακό (Προς Ξένην, P.G. 150,1085D).

Τέλος ο αγιορείτης Ησυχαστής και των Θεσσαλονικέων Ιεράρχης, στην περί παθών και αρετών πραγματεία του, πού στη μεγαλύτερη της έκτασι είναι αφιερωμένη στο πένθος, χρησιμοποιεί ένα πολύ εκφραστικό παράδειγμα για να κατάδειξη την πορεία του άνθρωπου στο πένθος. Παρομοιάζει την αρχή του πένθους με την επιστροφή του άσωτου υίοϋ· γι΄ αυτό και γεμίζει κατήφεια τον πενθούντα και τον οδηγεί στην επανάληψι των λόγων εκείνου: «πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου». Αλλά και το τέλος του, πάλι, το εικονίζει με την προϋπόθεσι και το άνοιγμα της αγκάλης του Θεού Πατρός «εν η τω πλούτω της ανεικάστου πτώχειας εντυχών, και πολλής χαράς και παρρησίας δι΄ αυτήν ο υϊός επιτυχών, εφιλείτο τε και αντεφίλει, και συνεισελθών, συνεστιάτο τω Πατρί, της ουρανίου συναπολαύων ευφροσύνης» (Προς Ξένην, P.G. 150, 1085C). Γι΄ αυτό και ο όρος «χαρμολύπη» πού χρησιμοποιούν συνήθως οι ασκητές για να εκφράσουν το βίωμα της εσχατολογικής υπερβάσεως του πόνου, είναι ίσως το πιο εκφραστικό σύμβολο ολόκληρης της ασκητικής ζωής τους, ζωής κυρίως δακρύων και πένθους (Βλέπε Γ. Μαντζαρίδου «Η περί θεώσεως διδασκαλία» στα Παλαμικά 1973, σελ. 215).

Σ΄ αυτήν την συνοπτική και μπορεί να πη κανείς πρόχειρη παρουσίασι των θέσεων του Παλαμά περί μετανοίας βλέπουμε ότι ο Άγιος Γρηγόριος ως κατ΄ εξοχήν άνθρωπος της εσωτερικής ζωής ενδιεφέρετο όχι απλώς να διορθώνουμε εξωτερικά τα κακώς κείμενα, αλλά να μετανοούμεν εσωτερικά, πενθούντες και κλαίοντες. Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν ο ίδιος άνθρωπος της μετανοίας, αλλά και αληθινός κήρυκας της μετανοίας.

Ευχόμεθα ταπεινώς, τώρα πού εγγίζει η αγία περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της κατ’ εξοχήν περιόδου της μετανοίας κατά τον Άγιον Γρηγόριον, να «προσπέσωμεν και να κλαύσωμεν εναντίον του Θεού ημών» για να γευθούμε την μακαριότητα της βασιλείας του. Μη λησμονούμε ότι η διόρθωσι του εαυτού μας αλλά και του κοινωνικού συνόλου αρχίζει και θεμελιώνεται στην προσωπική μετάνοια του κάθε άνθρωπου. Αυτό άλλωστε είναι το πνεύμα του αγιορείτικου μοναχισμού, όπως το τονίζει ο Άγιος Παλαμάς, «η διηνεκής μετάνοια». Αμήν.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: “ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΟΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΝ ΝΑ ΤΑ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ ΟΛΑ”

Παλιά, αν ένας ευλαβής ασχολείτο με την κατάσταση στον κόσμο, δεν πρέπει να ήταν καλά. Ήταν για κλείσιμο στον Πύργο. Σήμερα αντίθετα, αν ένας ευλαβής δεν ενδιαφέρεται και δεν πονάει για την κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο, είναι για κλείσιμο στον Πύργο. Γιατί τότε αυτοί πού κυβερνούσαν είχαν Θεό μέσα τους, ενώ σήμερα πολλοί από αυτούς πού κυβερνούν δεν πιστεύουν.

Είναι πολλοί τώρα εκείνοι πού επιδιώκουν να τα διαλύσουν όλα, οικογένεια, νεολαία, Εκκλησία.

Το να ενδιαφέρεται κανείς τώρα και να ανησυχή για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το έθνος μας είναι ομολογία, γιατί η Πολιτεία τα βάζει με τον θείο νόμο. Ψηφίζει νόμους ενάντιους στον νόμο του Θεού.



Είναι και μερικοί αδιάφοροι πού ούτε στον θεσμό της Εκκλησίας πιστεύουν ούτε Έθνος παραδέχονται και, για να έχουν το χουζούρι τους, λένε «ο Απόστολος Παύλος λέει να μην ενδιαφέρεσαι για τα πράγματα του κόσμου», και έτσι αδιαφορούν!

Αλλά ό Απόστολος Παύλος άλλο εννοούσε. Τότε τα ειδωλολατρικά έθνη είχαν εξουσία. Μερικοί ξέκοψαν από το κράτος και πίστεψαν στον Χριστό. Έλεγε λοιπόν ο Απόστολος Παύλος σ' αυτούς «εσείς μην ασχολήσθε με τα πράγματα του κόσμου», για να ξεχωρίζουν από τον κόσμο, γιατί όλος ο κόσμος ήταν ειδωλολατρικός. Από την στιγμή όμως που ανέλαβε την εξουσία ο Μέγας Κωνσταντίνος και επικράτησε ο Χριστιανισμός, δημιουργήθηκε σιγά-σιγά η μεγάλη χριστιανική παράδοση με τις Εκκλησίες, τα μοναστήρια, την τέχνη, το τυπικό της λατρείας κ.λπ. Έχουμε λοιπόν ευθύνη να τα διατηρήσουμε όλα αυτά και να μην αφήσουμε τους εχθρούς της Εκκλησίας να τα διαλύσουν.

Έχω ακούσει και Πνευματικούς να λένε: «Εσείς μην ασχολήσθε μ' αυτά»! Αν είχαν μεγάλη αγιότητα και έφθαναν με την προσευχή σε τέτοια κατάσταση, πού να μην τους ενδιαφέρει τίποτε, να τους φιλούσα και τα πόδια. Αλλά τώρα αδιαφορούν, γιατί θέλουν να τα έχουν καλά με όλους και να καλοπερνούν.

Η αδιαφορία δεν επιτρέπεται ούτε στους κοσμικούς, πόσο μάλλον στους πνευματικούς ανθρώπους. Ένας άνθρωπος τίμιος, πνευματικός, δεν πρέπει να κάνη τίποτε με αδιαφορία. «Επικατάρατος ό ποιών τα έργα Κυρίου αμελώς», λέει ό Προφήτης Ιερεμίας.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

«Αγαπάτε αλλήλους». (+Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

Το μέσο της ενώσεως των πολλών σε ένα είναι η αγάπη, που και αυτό ως μυστήριο είναι σχεδόν ανέκφραστο. Η αγάπη είναι ο ίδιος ο Θεός. «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. 4,8). Ο Θεός δεν έχει αγάπη σαν ένα απλό χαρακτηριστικό γνώρισμα. Είναι αυτούσια αγάπη, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής», «ου λογίζεται το κακόν», «ουκ ασχημονεί», τα πάντα συνδέει και προνοεί, «πάντα στέγει» και δικαίως ουδέποτε εκπίπτει ή αδρανεί, ή εκλείπει, ή αδυνατεί.

Ο νόμος ολοκληρώνεται με το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Γι’ αυτό η Γραφή διατάσσει: «Εάν προληφθή άνθρωπος εν τινι παραπτώματι, υμείς οι πνευματικοί (δηλ. οι φορείς της αγάπης), καταρτίζετε τον τοιούτον» (Γαλ. 6,1) και «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6,2).

Εάν θέλουμε να περιπατούμε «αξίως της κλήσεώς» μας θα το πετύχουμε με ταπεινοφροσύνη και πραότητα «ανεχόμενοι αλλήλους» με αγάπη. Γίνεσθε μεταξύ σας «χρηστοί, εύσπλαχνοι, χαριζόμενοι εαυτοίς» (Εφεσ. 4,32), υποτασσόμενοι μεταξύ σας με φόβο Θεού.

Την ιδιοτέλεια, το μεγαλύτερο αποτέλεσμα της πτώσεώς μας, μόνον η αγάπη μπορεί να τη συντρίψει και να τη μεταστρέψει σε ανιδιοτέλεια. «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου» (Α’ Κορ. 10,24), «πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω» (Α’ Κορ. 16,14) και το σπουδαιότερο «εντέλλομαι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ίω. 15,17).

Αυτή η αγάπη είναι ο απαραίτητος κανόνας και νόμος της ζωής, της ενότητας, της αρμονίας, που καταλήγει στο Θεό, γίνεται όπως είναι ο Θεός, αθάνατος και αΐδιος. Μέσω αυτής επιτυγχάνουμε την αρμονία του γάμου από αυτή τη ζωή ως την αιωνιότητα αφού ο Θεός, η παναγάπη, αποκαλύπτει ότι «εγώ ζω και υμείς ζήσεσθε» (Ιω. 14,19) και «όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται» (Ιω. 12,26). Ποιός είναι ο δικός του διάκονος παρά ο υπηρέτης της αγάπης, που όχι μόνο υπηρετεί ανιδιοτελώς, αλλά και την ίδια την ψυχή του πρόθυμα διαθέτει, αν η ανάγκη το απαιτεί, για τη ζωή των άλλων;

Δεν ευσταθούν οι προφάσεις της δήθεν ιδιαιτερότητας των χαρακτήρων ή των συνηθειών και της επιρροής του περιβάλλοντος, ούτε και αυτής της κληρονομικότητας. Η συγκατάβαση της σαρκώσεως του Θεού Λόγου, του Κυρίου μας, ανέπλασε και μεταμόρφωσε όλη τη μεταπτωτική μας διαστροφή και μας πρόσθεσε εξουσία να πατούμε «επί όφεων και σκορπίων και πάσαν την δύναμιν του εχθρού» (Λουκ. 10,19 ). «Πάντα ισχύομεν εν τω ενδυναμούντι ημάς Χριστώ» (Φιλ. 4,13 ). Αυτό το μαρτυρούν οι δεδικαιωμένοι δούλοι του Θεού που υπε­ρέβησαν τον νόμον της φθοράς και της διαστροφής.

(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Συζητήσεις στον Άθωνα». Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13, σ. 144-146)

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Λόγος περί μετανοίας

Εισαγωγικόν

Η μετάνοια είναι μυστήριον της αγάπης του Θεού. Είναι χάρις και μέγιστον δώρον του ουρανίου Πα­τρός προς τον πεπτωκότα άνθρωπον, η οποία εδόθη εις αυτόν μετά την χάριν του αγίου βαπτίσματος και ανανεώνει και ανακαινίζει το μολυνθέν εκ της αμαρ­τίας βάπτισμα. Δια της μετανοίας αναγεννάται εν τω Θεώ κάθε ψυχή, ήτις ενεκρώθη υπό της αμαρτίας.

Η άπειρος αγάπη του Θεού εδημιούργησε τον άν­θρωπον, δια να μετέχη εις την θείαν Ζωήν, να ζη εν τω Θεώ με τους αδελφούς του εντός της Εκκλησίας. Κάθε απομάκρυνσις από τον Θεόν και τον συνάνθρωπον αποτελεί αμαρτίαν, ήτις χωρίζει και αποκόπτει την ψυχήν από τον Θεόν και απομονωμένην την οδη­γεί εις τον θάνατον. «Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θά­νατος»1.

Το προπατορικόν αμάρτημα εκληροδότησεν εις την ανθρωπίνην φύσιν την ροπήν προς το κακόν. Δια τούτο είναι εύκολος η κατολίσθησις και η πτώσις του ανθρώπου εις την αμαρτίαν, αλλά και εύκολος η επανόρθωσις αυτού και αποκάθαρσις δια της μετανοίας.

Η μετάνοια είναι θεοσύστατον μυστήριον και αποτελεί την θύραν του θείου ελέους, δια της οποίας εισερχόμεθα και πάλιν εις την αιώνιον ζωήν. Η ευαγγε­λική ρήσις «μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω»2, περικλείει όλην την αγάπην του Θεού. Ο Πα­νάγιος Θεός παρέχει εις τον άνθρωπον δύο μεγάλα και σωτήρια δώρα. Το δώρον της πίστεως και το δώ­ρον της μετανοίας. Δι' αυτών καλεί πάντα άνθρωπον εις επιστροφήν εν τη θεία ζωή. «Ως και τους εθνι­κούς, οπόταν θέλουσι μετανοείν, εις την εκκλησίαν προσδεχόμεθα»3.


Θύρα θείου ελέους η μετάνοια! Αλλά τί είναι με­τάνοια; Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν ότι μετάνοια είναι η αλλαγή του νοός. Είναι η συναίσθησις της αμαρτωλότητος, η αναγνώρισις των αμαρ­τημάτων και η αυτοκαταδίκη, η κατά Θεόν λύπη δια την προσβολήν της θείας αγάπης, η εκούσιος άρνησις του κακού και η σταθερά απόφασις να μη επαναληφθή η αμαρτία. Διότι αμαρτία είναι άρνησις του Θείου θελήματος, απομάκρυνσις από του Θεού, απώ­λεια της ζωοποιού χάριτος του Αγίου Πνεύματος και, κατά συνέπειαν, θάνατος της ψυχής. Δια της μετα­νοίας, όμως, παρέχεται η συγχώρησις και γίνεται πα­ντελής απάλειψις πασών των αμαρτιών εις τον μετανοούντα και εξομολογούμενον και ανασύνδεσις αυτού μετά του Θεού.

«Το σφάλλεσθαι ανθρώπινον, το μετανοείν θείον δώρον». Διότι «ουκ έστι ουδεμία κακία, μετανοία μη λυομένη»4. Η συναίσθησις της αμαρτωλότητος και η αναγνώρισις των αμαρτημάτων δεν είναι εύκολος εις τον άνθρωπον, ο οποίος ετρώθη υπό της αμαρτίας και εκυριεύθη υπό της φιλαυτίας και του εγωισμού. Δια τούτο η μετάνοια, ως θείον χάρισμα, αποκτάται δια θερμής προσευχής. Μόνον αν η θεία Χάρις φωτίση τον νουν του ανθρώπου και ίδη την θείαν ωραιότητα και την οικείαν ασχημοσύνην, μόνον τότε είναι δυνα­τή η μετάνοια, η αλλαγή του νοός, του φρονήματος, η αλλαγή της ζωής. Τότε ο νους αφήνει τα υλικά και μάταια, τα χαμερπή και νεκροποιά, και αρπάζεται υπό της θείας Χάριτος εις τα ουράνια, εις τον κόσμον του Θεού, εις την αιώνιον ζωήν.


Η μετάνοια βιώνεται μόνον με το φως του Χριστού. Όταν ο νους αντικατοπτρίζεται εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, θεωρεί την αμαύρωσιν της θεοειδείας εαυτού και πλήττει την καρδίαν του ανθρώπου με την κατά Θεόν λύπην, που φέρει την μετάνοιαν. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι το μέτρον του ανθρώπου, που έχει πλασθή, δια να φθάση εις την κατά χάριν θέωσιν. Δια τούτο είναι απαραίτητος η Χριστογνωσία, δια να γίνη εφικτή η αυτογνωσία, που οδηγεί εις την μετάνοιαν.

Δια της Χριστογνωσίας κατερχόμεθα εις το μυ­στηριώδες καταγώγιον της ψυχής και με το φως του Θεανθρώπου Χριστού ανιχνεύομεν τα εσώτερα βάθη της ψυχής μας. ανακαλύπτομεν ημαυρωμένην την ει­κόνα του επουρανίου, την οποίαν εδώρισεν εις ημάς η άπειρος φιλανθρωπία του Θεού.

Η ανακάλυψις αυτή είναι πολύ οδυνηρά και το­σούτον μάλλον όσον βαθυτέρα έγινε η Χριστογνωσία. Ο πόνος της ψυχής δια την καταστροφήν της θείας εικόνος, δια την απώλειαν της θείας Χάριτος και τον χωρισμόν από του Θεού, γίνεται οξύτατος και οδηγεί τον άνθρωπον εις πραγματικήν μετάνοιαν, η οποία δεν έχει τέλος εις την επίγειον ζωήν. Η μετάνοια αρ­χίζει με την ενατένισιν της θείας και παναπείρου φι­λανθρωπίας και αγαθότητος του Θεού και την συναίσθησιν της ανθρωπίνης μηδαμινότητος και κακίας.
Η αντιπαραβολή της θείας Αγαθωσύνης και της ανθρωπίνης αμαρτωλότητος προκαλεί παροξυσμόν συντριβής και αρχήν μετανοίας, η οποία ελκύει την θείαν Χάριν δια της ενωδύνου προσευχής.

Πηγή και αφορμαί της μετανοίας

Η άπειρος αγάπη του Θεού χειρίζεται παντοίους τρόπους, δια να επαναφέρη τον άνθρωπον εις την αρχαίαν αυτού κατάστασιν και να ποιήση αυτόν μέτοχον της θείας ζωής. Εις κάθε είσοδον των οδών της μετανοίας η παναγαθότης του Θεού αναμένει τον άν­θρωπον, δια να βοηθήση να βαδίση τον στενόν και τεθλιμμένον δρόμον, ο οποίος οδηγεί εις την απέραντον και πανευφρόσυνον ασιλείαν του ουρανού.

Όλαι αι αφορμαί της μετανοίας έχουν την εκκίνησίν των εις την άμετρον φιλανθρωπίαν του Θεού. Η θεία φιλανθρωπία εξεδηλώθη από την πρώτην στιγ­μήν της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Ο Πανάγαθος Πατήρ με φιλόστοργον απαλότητα ανεκάλεσε τον Α­δάμ αμέσως μετά την πτώσιν. «Αδάμ πού ει;»5. Με την κλήσιν αυτήν εφανέρωσεν ο Θεός όλην την φιλικήν Του διάθεσιν και πρόθεσιν προς συγχώρησιν. Διότι δεν επέπληξε το πεπτωκός πλάσμα Του, ούτε καν ήλεγξεν αυτό, αλλ' ήνοιξε διάλογον πατρικόν μετ' αυτού και το παρώτρυνε να ομολογήση το σφάλ­μα του και να μετανοήση, δια να του χαρίση την συγγνώμην και την άφεσιν. Εάν ο Αδάμ μετενόει και εμέμφετο τον εαυτόν του, δεν θα εγεύετο της αυστηρότητος του Θεού ούτε του επιτιμίου της εξώσεως εκ του Παραδείσου και του πικρού θανάτου. Η δικαιο­λογία των πρωτοπλάστων και η αμετανοησία των επέβαλον την τιμωρίαν, η οποία δεν είχεν εκδικητικόν χαρακτήρα, αλλά παιδαγωγικόν και σωτηριώδη, δια να οδηγηθή ο άνθρωπος δια της μετανοίας εις την σωτηρίαν. Η απώλεια της θείας Χάριτος, η έξωσις εκ του παραδείσου, η ενώδυνος ζωή και ο επικείμενος θάνατος έφερον τον Αδάμ εις μετάνοιαν, αλλά πλέον δεν ήτο δυνατή η επαναφορά του εις την προτέραν κα­τάστασιν. Εχρειάζετο το μυστήριον της θείας ενανθρωπήσεως, της σταυρικής θυσίας του μονογενούς Υι­ού του Θεού και η Ανάστασις Αυτού, δια να γίνη δυ­νατή η απολύτρωσις του ανθρωπίνου γένους εκ της α­μαρτίας.

Ο Θεάνθρωπος Ιησούς κατά την ενανθρώπησίν Του ήρχισε το απολυτρωτικόν έργον Του με τους λό­γους: «Μετανοείτε.6. Η μετάνοια είναι η επιστροφή προς τον Θεόν. Ο ίδιος όμως ο Κύριος μας λέγει: «ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυ­τόν»7. ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρα­νών»

Ο Θεός εν τη απείρω αγαθότητι Αυτού ελκύει τον απομακρυθέντα άνθρωπον και πάλιν πλησίον του. Αυ­τός ρίπτει τον σπόρον της μετανοίας εις την χερσωμένην γην της καρδίας του ανθρώπου και Αυτός δη­μιουργεί συνθήκας καταλλήλους, δια να βλάστηση ο σπόρος της μετανοίας. Ο Θεός με την αγάπην Του ελ­κύει προς εαυτόν. Η μετάνοια, την οποίαν προσφέρομεν εις τον Θεόν, είναι δώρον της ιδικής Του ευσπλα­χνίας: «Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν».
Η γνώσις του Θεού, ως Θεού ελέους και αγάπης και η συναίσθησις της ιδίας αμαρτωλότητος είναι θείον δώρον, το οποίον χαρίζεται εις τον άνθρωπον κατόπιν πολυμόχθου και ενωδύνου προσευχής. Αλλά και η δύναμις της προσευχής είναι δώρον Θεού και παραχωρείται εις όποιον ταπεινούται ενώπιον του θείου μεγαλείου και αναζητεί ενθέρμως την θείαν αγά­πην. Εις το μυστήριον της μετανοίας τα πάντα εξαρ­τώνται από την θείαν Χάριν. Ο Θεός αναμένει το πρώτον μικρόν και αβέβαιον βήμα του ανθρώπου προς την πατρικήν αγάπην και τότε Εκείνος ως φιλόστοργος Πατήρ δρομαίως κάνει τα ενενήκοντα εννέα βήματα και εναγκαλίζεται τον επιστρέφοντα άνθρω­πον.
«....δια τούτο είρηκα υμίν ότι ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη η δεδομένον αυτώ εκ του Πατρός μου»8. Το θείον έλεος είναι αυτό που καλεί τους πάντας εις μετάνοιαν, μετερχόμενον διαφόρους τρόπους δι' εκάστην ψυχήν, αναλόγους προς την πνευματικήν κατάστασιν αυτής.
Υπάρχουν ευαίσθητοι ψυχαί, αι οποίαι κατατρυφούν εις την θείαν αγάπην και συντρίβονται από την απειρίαν αυτής. εξ ευγνωμοσύνης δε ορμούν εις την οδόν της μετανοίας, δια να δυνηθούν να ανταποκρι­θούν εις το θείον έλεος με την αυταπάρνησιν και την αυτοθυσίαν. Αι ψυχαί αυταί ταπεινούνται ευκόλως, γί­νονται δεκτικαί της θείας Χάριτος και ανυψούνται τα­χέως εις την αγάπην του Θεού.

Υπάρχουν όμως και αδιάφοροι ή και ανάλγητοι και σκληροκάρδιοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν συγκινούνται από τας θείας δωρεάς και την πατρικήν αγάπην του Θεού. Εις αυτάς τας περιπτώσεις το έλεος του Θε­ού καταδιώκει τους μακρύνοντας εαυτούς από του Θε­ού με παιδαγωγικούς τρόπους. Παραχωρούνται διάφο­ροι δοκιμασίαι, αι οποίαι γίνονται αφορμαί μετανοίας και καταφυγής εις τους πατρικούς κόλπους. Αι δοκι­μασίαι αυταί άλλοτε αφορούν εις την ψυχήν του αν­θρώπου και άλλοτε εις το σώμα αυτού. Ψυχικαί είναι: η κατολίσθησις εις αμαρτίας, ο σκοτασμός της ψυ­χής, η διασάλευσις της πίστεως, η απώλεια της ελπί­δος, η στέρησις της χαράς, η έλλειψις της αγάπης, η κατάθλιψις και απογοήτευσις και, το χείριστον πά­ντων, η απομάκρυνσις της θείας Χάριτος και η εγκατάλειψις. Πειρασμοί δε που αφορούν εις το σώμα εί­ναι αι διάφοροι ασθένειαι και ο κόπος και ο μόχθος προς ζωοτροφίαν.
Όλαι αυταί αι δοκιμασίαι και ποικίλαι άλλαι, ό­πως συκοφαντίαι, εξουδενώσεις, αδικίαι, προπηλακί­σεις, προδοσίαι, καταδιώξεις, θάνατοι προσφιλών αν­θρώπων, που προκαλούν μελέτην του μυστηρίου του θανάτου και διάφοροι άλλοι εσωτερικοί και εξωτερι­κοί πειρασμοί, είναι σταυροί που παραχωρούνται από τον Θεόν, ζυγισμένοι αναλόγως με την δύναμιν εκά­στου, και οι οποίοι αναγκάζουν τον άνθρωπον να ταπεινωθή έστω και οικονομικώς και να αναζητήση το έλεος του Θεού. Ούτως ανοίγεται η οδός της μετα­νοίας, καθ' όσον «η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα»9.

Εις τας καλοπροαιρέτους ψυχάς ο Θεός ανοίγει την θύραν της μετανοίας δια του λόγου των θείων Γραφών και των Πατερικών κειμένων, δι' ενός κηρύγματος, μιας καλής συναναστροφής, δι' ενός καταιγι­σμού θείας Χάριτος κατά την ώραν της προσευχής ή της θείας Λειτουργίας, δι' ενός θαύματος, μιας θαυμα­τουργικής επεμβάσεως της θείας προνοίας, εις κάποιαν κρίσιμον στιγμήν της ζωής, δι' αποκαλύψεων θείων μυστηρίων κ.λπ.

Είναι άμετροι οι τρόποι που χειρίζεται ο Θεός, δια να φέρη τον άνθρωπον εις μετάνοιαν, διότι άπει­ρος είναι και η αγάπη Αυτού και η φιλανθρωπία. Βε­βαίως ο εξ αγάπης Σταυρωθείς Θεός θέλει πάντας σωθήναι δια της γλυκείας οδού της αγάπης, και όχι δια της οδού των θλίψεων και των δοκιμασιών. Ο Λυτρω­τής ημών δια χάριν μας υπέστη τα φρικτά πάθη, τον Σταυρόν και τον θάνατον και εν τω Αίματι Αυτού έχομεν την απολύτρωσιν. Εις ημάς απομένει να βαδίζωμεν την οδόν της μετανοίας δι' αγάπης και ευγνωμο­σύνης.

Συναίσθησις και συντριβή


Η συναίσθησις της αμαρτωλότητος του ανθρώπου είναι το πρώτον βήμα εις την οδόν της μετανοίας. Η κατανόησις και η αποδοχή της αμαρτωλότητος δεν εί­ναι εύκολος εις τον αμαρτωλόν άνθρωπον. Η φιλαυ­τία και ο εγωισμός υψώνονται ως τείχος αδιαπέραστον και παχυλόν σκότος εις την ψυχήν. Χωρίς το φως του Χριστού ο άνθρωπος δεν δύναται να ίδη το σκότος και την ασχήμιαν της ψυχής του, ούτε να δια­πιστώση την φθοράν και επικάλυψιν, δια βορβορώ­δους ύλης, αμαρτιών της θεομόρφου εικόνος αυτού. Δια τούτο ο άνθρωπος πρέπει πάντοτε να αναλογίζε­ται την προαιώνιον βουλήν του Θεού δια την κατά Χάριν θέωσιν του ανθρώπου. Η μελέτη αυτή της αγά­πης του Θεού και της απερισκεψίας του πεπτωκότος ανθρώπου είναι λυτρωτική, διότι φέρει εις μετάνοιαν.
Η συναίσθησις της αμαρτωλότητος προϋποθέτει ταπείνωσιν. Και η ταπείνωσις δίδεται εις την ψυχήν που επιδίδεται εις την Χριστογνωσίαν. «Μάθετε απ' ε­μού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία»10.
Όταν ο άνθρωπος μελετά τον εσταυρωμένον Θεάνθρωπον, ταπεινούται και αρχίζει να συναισθάνεται ότι αυτός είναι ο αίτιος της σταυρικής θυσίας του Θεού. Η παραμικρά νύξις συναισθήσεως της αμαρτωλότητος ανοίγει τους κρουνούς του ελέους του Θεού, ο Οποίος ανά πάσαν στιγμήν αναμένει την μετάνοιαν του ανθρώπου, δια να χαρίση εις αυτόν την Χάριν και την σωτηρίαν.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας διαβεβαιώνουν ό­τι η πλήρης συναίσθησις της αμαρτωλότητος και του σκότους της ψυχής ημών, φανερώνει ότι επεσκέψατο την ψυχήν η θεία Χάρις, κομίζουσα το ανεκτίμητον δώρον της μετανοίας, το οποίον είναι μεγαλύτερον και από την θέαν των αγγέλων και των αγίων. Το να γνωρίση δηλαδή ο άνθρωπος τας αμαρτίας του και την πνευματικήν του πτωχείαν είναι ανώτερον της οπτασίας αγγέλων!
Από την συναίσθησιν της πτωχείας και της αμαρ­τωλότητος ημών και την εντρύφησιν εις την φιλανθρωπίαν και άπειρον αγάπην του Θεού γεννάται εις την ψυχήν του ανθρώπου το λυτρωτικόν πνεύμα της συντριβής και της μετανοίας. Το Φως του Χριστού, αμυδρόν κατ' αρχάς, ρίπτει τας ακτίνας του εις το αδιαπέραστον σκότος της υπερηφανείας και φιλαυτίας της ψυχής και φανερώνει την απεχθή ασχημοσύνην της κατεστραμμένης εικόνος. Όταν ο άνθρωπος κατανοήση την απώλειαν της θεοειδείας αυτού, την άγνοιαν και το σκότος του νοός του και την απομάκρυνσίν του από τον Θεόν της αγάπης, τότε η καρδία αυτού συνθλίβεται και αρχίζει να οδυνάται, διότι επίκρανε τον φιλανθρωπότατον Θεόν. Το πνεύμα της συντριβής φέρει το πένθος και τα δάκρυα της μετανοίας, τα οποία καθαρίζουν την ψυχήν. «Ήμαρτες; πένθησον και λύεις την αμαρτίαν», λέγει ο κήρυξ της μετανοίας Άγιος Χρυσόστομος και συνεχίζει: «σβέσωμεν την πυρκαϊάν των αμαρτημάτων ουχ ύδασι πολλοίς αλλά μικροίς δάκρυσι. Το γαρ δάκρυον αποπλύνει δυσωδίαν αμαρτίας... ότι λουτρόν εστι και καθάρσιον α­μαρτημάτων τα δάκρυα»11.
Το πνεύμα της συντριβής δεν εγκαταλείπει ποτέ τον διηνεκώς μετανοούντα άνθρωπον, ο οποίος ομο­λογεί την αμαρτίαν του και αυτό αποδεικνύει ότι εμίσησεν αυτήν. Τον Απόστολον Παύλον ουδέποτε εγκατέλειψεν η μνήμη της αμαρτίας του, δια τούτο και ωμολόγει: «εγώ γαρ ειμί ο ελάχιστος των Αποστό­λων, ος ουκ ειμί ικανός καλείσθαι Απόστολος, διότι εδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού»12. Και πάλιν: «τον πρότερον όντα βλάσφημον και υβριστήν. αλλ' ηλεήθην ότι αγνοών εποίησα τη απιστία»13. Αυτή όμως η συντριβή και η μετάνοια έκανε τον μέγαν Απόστολον των Εθνών να αναβή έως τρίτου ουρανού και να ακούση τα άρρητα ρήματα «α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι»14.

Από την συντριβήν της καρδίας και το πένθος πη­γάζει η κατά Θεόν λύπη. «Η γαρ κατά Θεόν λύπη με­τάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται»15, λέγει ο Απόστολος Παύλος. Από την κατά Θεόν λύπην δίδεται εις την ψυχήν η παράκλησις και η ευφρο­σύνη. «οι την αμαρτίαν ολοφυρόμενοι, καν αμέτρως θρηνήσωσιν ευφροσύνην καρπούνται, μεταμέλειαν ου δεχόμενοι» (Θεοδώρητος). Δια τούτο ο Κύριος μακα­ρίζει τους πενθούντας «ότι αυτοί παρακληθήσονται»16. Η κατά Θεόν λύπη είναι χαρμολύπη, που βλαστάνει από το συντετριμμένον και τεταπεινωμένον πνεύμα. Αυτή είναι η αληθής μετάνοια. Η κατάθλιψις και η απόγνωσις είναι εκ του πονηρού και απορρέει από την υπερηφάνειαν και τον πληγωμένον εγωισμόν. Χρειά­ζεται διάκρισις και προσοχή.

Μετάνοια χωρίς ελπίδα, δεν είναι αληθής μετά­νοια. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας τονίζουν την ουράνιον χαράν της μετανοίας. Την χαράν των αγγέ­λων «επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι»17. Οι οφθαλμοί του μετανοούντος διανοίγονται εις ατέρμονας ορίζο­ντας θείου φωτός και βλέπει τον Σωτήρα Χριστόν και βιώνει την ελπίδα της σωτηρίας και της αιωνίου ζω­ής. Από την Άβυσσον της ταπεινώσεως δια της μετα­νοίας, υψούται εις την Άβυσσον της αγάπης του Θεού.

Τρόποι μετανοίας

Η αναγέννησις του νεκρωθέντος υπό της αμαρ­τίας ανθρώπου επιτυγχάνεται δια του μυστηρίου της Μετανοίας και εξομολογήσεως. Εις την ψυχήν του ανθρώπου αποτυπώνονται όλοι οι λογισμοί και αι πράξεις της επιγείου ζωής αυτού, είτε καλοί είτε κακοί. Και αι μεν καλαί σκέψεις και πράξεις λαμπρύ­νουν την ψυχήν και είναι ανεξίτηλα κοσμήματα αυ­τής, αι δε ρυπαίνουν αυτήν και αμαυρώνουν το θείον κάλλος της εικόνος του Θεού. Η κηλίς του πονηρού λογισμού εξαλείφεται μόνον δια του μυστηρίου της μετανοίας και εξομολογήσεως. Η αυτομεμψία και αυτοαποστροφή, που φέρει την συναίσθησιν της αμαρτωλότητος και την συντριβήν της καρδίας, οδηγεί εις αληθή μετάνοιαν και ειλικρινή εξομολόγησιν και ού­τως εξαλείφονται πάσαι αι αμαρτίαι ημών. Ο Κύριος είπεν: «Ουδέν δε συγκεκαλυμμένον εστίν, ο ουκ αποκαλυφθήσεται και κρυπτόν, ο ου γνωσθήσεται»18. Εάν ημείς δεν ομολογήσωμεν τας αμαρτίας ημών, δια να απαλείψωμεν αυτάς δια του μυστηρίου της μετανοίας, θα καταστήσωμεν αυτάς φανεράς ενώπιον του φρι­κτού βήματος του Χριστού εις άπαντας τους αγγέλους και τους ανθρώπους όλων των αιώνων. «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημών τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας»19.

Δια να έχη η μετάνοια ημών τα αγαθά αποτελέ­σματα της αφέσεως των αμαρτιών και της εν Χριστώ αναγεννήσεως ημών, πρέπει να πληροί ορισμένους ό­ρους. Ήδη ελέχθησαν τα περί συναισθήσεως και συν­τριβής, αι οποίαι είναι τα θεμέλια της μετανοίας. Δεν αρκεί όμως μόνον αυτό. Μετά την κατά Θεόν λύπην και το λουτρόν των δακρύων, είναι απαραίτητον να ακολουθήση η στερρά πίστις και βεβαία ελπίς δια το θείον έλεος. Εις τούτο βοηθεί η εντρύφησις εις το μυστήριον της αγάπης του Θεού. Ο σκληρός αγών κατά των εμπαθών λογισμών και των δαιμονικών υποδείξε­ων δεν είναι πάντοτε ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος δια την υπερνίκησιν του κακού. Συχνάκις ο καλύτε­ρος και ευκολώτερος τρόπος είναι η πνευματική ανάβασις προς τας θείας κορυφάς της αγάπης του Θεού, η θεωρία του θείου Μεγαλείου20 και η μελέτη της προ­αιωνίου βουλής του Θεού, του υψίστου προορισμού η­μών προκαταβολής κόσμου δια το πλήρωμα της τελειότητος. Αξίζει να κατατρυφώμεν εις τους θεσπε­σίους λόγους του Αποστόλου Παύλου: «Καθώς εξελέξατο ημάς εν αυτώ προκαταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους κατενώπιον αυτού, εν αγάπη προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις Αυ­τόν.... εις έπαινον δόξης της χάριτος Αυτού....»21.

Η μελέτη της εκπτώσεως ημών από την αγαπητικήν βουλήν του Θεού δια την συμμετοχήν μας εις την θείαν ζωήν και την κατά χάριν θέωσιν ημών, είναι δυ­νατόν να γίνη το αποτελεσματικώτερον κέντρισμα προς μετάνοιαν και επίτευξιν του θείου προορισμού ημών. Η πίστις, λοιπόν, και η ελπίς εις το θείον έλε­ος συνδυασμέναι με την μελέτην της προαιωνίου αγά­πης του Θεού προς ημάς είναι αι βασικώτεραι προϋ­ποθέσεις της μετανοίας.
Άλλον γνώρισμα και τρόπος της ειλικρινούς με­τανοίας είναι η διόρθωσις του βίου, η σταθερά απόφασις της αποστροφής της αμαρτίας. Ο μετανοών απο­στρέφεται τας ρυπαράς πληγάς που του κατέφερεν η αμαρτία και αι οποίαι προσέβαλαν την θείαν αγάπην. Δια τούτο παίρνει πλέον σταθεράν την απόφασιν να μη προσβάλη τον Άγιον Θεόν, αλλά να πορεύεται κα­τά το θέλημα Αυτού και να τηρή τας θείας εντολάς Του. Εάν δε παρ' ελπίδα εξ αδυναμίας αμαρτήση πά­λιν, πρέπει με μεγαλύτερον σθένος να επιρρίπτη εαυ­τόν εις το θείον έλεος και να μετανοή και πάλιν. Με­τάνοια δε σημαίνει αλλαγή νοός, αλλαγή βίου. Ο με­τανοών εγκαταλείπει τας αμαρτωλάς συνηθείας και πράξεις και πορεύεται κατά το θείον θέλημα. «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν»22, λέγει ο Προφήτης της μετανοίας Δαυίδ. Και ο Άγιος Χρυσό­στομος, ο εγγυητής των αμαρτωλών, λέγει ότι αρχή της μετανοίας είναι η αποχή από την αμαρτίαν. Άνευ αλλαγής βίου και διορθώσεως δεν νοείται μετάνοια23.

Ακολουθεί η αποκατάστασις των ηδικημένων και των αδικημάτων γενικώς. Δια να δοθή τελεία άφεσις, χρειάζεται η δυνατή επανόρθωσις των αμαρτημάτων. «Μετανοείτε και ποιήσατε καρπούς αξίους της μετα­νοίας», λέγει ο Άγιος Πρόδρομος24.

Εάν η αμαρτία έγινε προς τον ίδιον τον Κύριον, χρήζει πολλών δακρύων και οδύνης καρδιακής και προσευχών διαπύρων και αυτοτιμωρίας και πράξεων των αντιθέτων αρετών. Εάν η αμαρτία έπληξε τον συνάνθρωπον, χρειάζεται την δυνατήν αποκατάστασιν. Αν η αδικία είναι υλική, πρέπει να αποδοθή το ίσον, αν όχι το τετραπλούν, κατά τον Ζακχαίον25. Αν η α­μαρτία αφορά εις την τιμήν και το πρόσωπον του συν­ανθρώπου, πρέπει να ανακαλεσθούν τα συκοφαντικά ή λοιδορικά λόγια και να αποκατασταθή πλήρως η υπόληψις του αδικηθέντος. Γενικώς δε κάθε αμαρτία αποκαθίσταται δια της μετανοίας και της εκπληρώσεως της αντιθέτου αρετής.

Δια να λάβη ο αμαρτωλός την άφεσιν των αμαρ­τιών, πρέπει πρώτος αυτός να συγχωρή τους εχθρούς του και τους αδικούντας αυτόν. Ο Κύριος μας διαβε­βαιώνει λέγων: «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παρα­πτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ου­ράνιος. εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώ­ματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώ­ματα υμών»26. Όσον και να μετανοήση ο Χριστιανός και όσους καρπούς μετανοίας να επιδείξη, δεν λαμβά­νει την άφεσιν των αμαρτιών, αν δεν συγχώρηση τον εχθρόν του. Αυτός ο τρόπος της μετανοίας είναι ο πλέον απαραίτητος δια την απαλλαγήν από την αμαρτίαν. Αν μάλιστα κατορθώση ο χριστιανός να προχω­ρήση από την συγχώρησιν των εχθρών εις την θεόμορφον αγάπην των εχθρών, τότε δια μιας ανέρχεται την κλίμακα των αρετών και ομοιάζει με τον Θεόν. Η αγάπη των εχθρών φέρει το Πνεύμα το Άγιον εις την ψυχήν του ανθρώπου και ο πιστός λαμβάνει όλην την αφθονίαν των θείων χαρισμάτων και εξασφαλίζει την άφεσιν των αμαρτιών του27.
Παραμένει τώρα η δευτέρα πράξις του μυστηρίου, η ιερά εξομολόγησις, δια της οποίας ολοκληρούται το μυστήριον.

Η Εξομολόγησις

Το μυστήριον της μετανοίας ολοκληρούται με την εξομολόγησιν των αμαρτιών ημών ενώπιον του ιερέ­ως. Όταν ο Κύριος συνέστησεν το μυστήριον της με­τανοίας, έδωκεν εις τους Μαθητάς Του την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν τας αμαρτίας των ανθρώπων. Δια της Αποστολικής δε διαδοχής η εξουσία αυτή ε­δόθη εις τους Επισκόπους και δι' αυτών εις τους εντε­ταλμένους ιερείς. Ο Κύριος είπεν εις τους Αποστό­λους Του: «άν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, άν τινων κρατήτε κεκράτηνται»28. εις δε τον Απόστολον Πέτρον είπεν: «και δώσω σοι τας κλεις της Βασιλείας των ουρανών, και ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς»29.

Η φιλάνθρωπος αγάπη του Θεού εχάρισεν εις τους ανθρώπους το ύψιστον δώρον του μυστηρίου της μετανοίας και εξομολογήσεως, επισφραγίζει δε την άφεσιν των αμαρτιών δια των επισκόπων και ιερέων: «άπερ αν εργάσωνται κάτω οι ιερείς, ταύτα ο Θεός ά­νω κυροί και την των δούλων γνώμην ο Δεσπότης βε­βαιοί»30, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Δεν αρκεί λοιπόν να μετανοήση ο άνθρωπος και να ομολογήση τας αμαρτίας του μόνον εις τον Θεόν. Δια να ολοκληρωθή το μυστήριον της μετανοίας, εί­ναι απαραίτητος και η ενώπιον του ιερέως εξομολόγησις των αμαρτιών. Εάν δεν προηγηθή η ενώπιον του Θεού μετάνοια και δεν ακολουθήση η ενώπιον του Ιερέως εξομολόγησις, το μυστήριον δεν επιτελεί­ται, αλλ' αποβαίνει άκαρπον και ανωφελές δια τον αμαρτωλόν άνθρωπον, ο οποίος παραμένει δέσμιος της αμαρτίας και του θανάτου.

Πρέπει να κατανοήσωμεν καλώς ότι η μετάνοια και η εξομολόγησις είναι αλληλένδετα και απαραίτη­τα στοιχεία του σωτηριώδους μυστηρίου. Πάντοτε προηγείται η μετάνοια και έπεται η εξομολόγησις. Ο μετανοών πρέπει με συντετριμμένον πνεύμα και βαθείαν μετάνοιαν να αναγνωρίζη την ενοχήν του, να παραδέχεται τα σφάλματά του και μεμφόμενος εαυτόν να λυπήται, διότι δια των αμαρτιών του επίκρανε την αγάπην του Θεού. Εάν δεν προηγηθή της εξομολογή­σεως η μετάνοια, το μυστήριον δεν έχει τον απολυτρωτικόν του χαρακτήρα, ούτε επιφέρει την μεταβο­λήν του βίου και την σωτήριον αλλαγήν και επιστροφήν προς τον Θεόν.
Όταν υπάρχη βαθεία μετάνοια και ειλικρινής εξομολόγησις, όλαι αι αμαρτίαι συγχωρούνται, όσον πολλαί και βαρείαι αν είναι. Η δια του μυστηρίου πα­ρεχομένη συγχώρησις είναι πλήρης και τελεία! Τα δε επιβαλλόμενα υπό του πνευματικού εις τους εξομολογουμένους επιτίμια είναι φάρμακα θεραπευτικά, τα οποία παιδαγωγούν προς αρετήν και πνευματικήν προκοπήν τους μετανοούντας. Δεν έχουν χαρακτήρα εξιλαστικόν ή ποινικόν ή ικανοποιητικόν, αλλά ιαματικόν και παιδαγωγικόν.

Η εξομολόγησις, δια να δίδη τους πλουσίους καρπούς της, πρέπει να γίνεται με σωστόν τρόπον. Κυρίως να γίνεται με μετάνοιαν και συντριβήν. Η ο­μολογία των αμαρτιών να γίνεται με απόλυτον ειλικρίνειαν και ταπείνωσιν, χωρίς υπεκφυγάς και δικαιο­λογίας. Η εξομολόγησις να χαρακτηρίζεται από την ευθύτητα και την αυτομεμψίαν. Με αποστροφήν προς την αμαρτίαν να κατηγορώμεν εαυτούς και να ομολογώμεν την υπευθυνότητά μας, δι' ό,τι κακόν επράξαμεν, χωρίς να επιρρίπτωμεν τας ευθύνας εις άλλους. Η εντροπή κατά την ώραν της εξομολογήσεως πρέπει να έχη μέτρον, δια να μη εμποδίζη το μυστήριον. Ο πανούργος εχθρός της σωτηρίας μας διάβολος διώ­χνει την εντροπήν κατά την ώραν της αμαρτίας και φέρει υπερβολικήν αυτήν κατά την ώραν της εξομο­λογήσεως, δια να μη απελευθερωθώμεν από τα δεσμά του. Η αιδώς, λοιπόν, να χαρακτηρίζη την μετάνοιάν μας, αλλά να μη την εμποδίζη.

Η εξομολόγησις να είναι σύντομος και συγκεκρι­μένη χωρίς πολυλογίας ή μισόλογα. «Ου γαρ αρκεί ει­πείν αμαρτωλός ειμι, αλλά δει και κατ' είδος αυτών μεμνήσθαι των πλημμελημάτων»31, μας λέγει ο κήρυξ της μετανοίας Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διότι δια της ομολογίας των συγκεκριμένων αμαρτιών επέρ­χεται η ταπείνωσις και η συντριβή, που αποπλύνει την ψυχήν.


Να ομολογώμεν, λοιπόν, μόνον τας ιδικάς μας α­μαρτίας και να μη αναφέρωμεν τας αρετάς και τα κα­λά έργα μας, διότι και αν όλον τον θείον νόμον τηρήσωμεν, πάλιν ένοχοι είμεθα, διότι δεν γνωρίζομεν αν αι πράξεις μας ευαρεστούν τον Άγιον Θεόν και αν τα κίνητρά μας είναι πάντοτε κατά Θεόν.

Επίσης να μη εξομολογούμεθα αμαρτίας δια τας οποίας έχομεν λάβει την άφεσιν, εκτός εάν επανελάβομεν αυτάς. Κυρίως όμως, να μη αποκρύπτωμεν τας αμαρτίας μας. Ο Θεός δεν κρίνει δύο φοράς. Ή θα υποστώμεν το κριτήριον της εξομολογήσεως ενώπιον του ιερέως ή το παγκόσμιον κριτήριον της Δευτέρας Παρουσίας ενώπιον Θεού, αγγέλων και ανθρώπων.

Εκείνο όμως, το οποίον πρέπει να συνέχη ημάς κατά την τέλεσιν του μυστηρίου, είναι η παρουσία του Θεού! Ναι μεν η εξομολόγησις γίνεται ενώπιον του ιερέως, αλλ' όμως ο ίδιος ο Κύριος είναι παρών και Αυτός δέχεται την μετάνοιάν μας και μας δίδει την άφεσιν των αμαρτιών δια του ιερέως32.

Ο θείος φόβος, λοιπόν, ας διακατέχη ημάς, κατά την τέλεσιν του μυστηρίου και ας ευχαριστώμεν τον Θεόν δια την άπειρον φιλανθρωπίαν Του.

Καρποί της μετανοίας

Εις τo μυστήριον της μετανοίας κρύπτεται η άπει­ρος αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού. Η μετάνοια, ως πλουσιοπάροχον και μοναδικόν θεόσδοτον φάρμακον, αναγεννά τον άνθρωπον και ελευθερώνει αυτόν από τους βρόγχους της απογνώσεως και παρέχει την παρρησίαν της υιοθεσίας, ήτις είναι ακαταμάχητον όπλον κατά του διαβόλου.

Ο Κύριος, δια να εντυπωθή μονιμώτερον εις τον άνθρωπον το περί μετανοίας κήρυγμα, αφήκε ως εικό­να ζώσαν την απαράμιλλον του Ασώτου παραβολήν33, το ανεκτίμητον τούτο του Ευαγγελίου κειμήλιον, με­τανοίας κήρυγμα διαπρύσιον. Όταν μελετώμεν την παραβολήν του Ασώτου υιού, μένομεν κατάπληκτοι από την άφατον μακροθυμίαν, ανεξικακίαν και ευσπλαχνίαν του Θεού. Βλέπομεν τον Πατέρα να αναμέ­νη τον άσωτον και να αναγνωρίζη αυτόν μακρόθεν. Δεν τον αναμένει να φθάση, αλλά «δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν»34. Δεν επιτιμά, δεν παραπονείται δικαίως, δεν αναξέει τας πληγάς του υιού του, αλλά δίδει εντολήν: «εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυ­τόν»35. Ασύλληπτος φιλανθρωπία! Δεν τον ενδύει απλώς με μίαν στολήν ζητεί να του φορέσουν την στο­λήν την «πρώτην». Αλλά δεν αρκείται μόνον εις αυτό ο πανεύσπλαχνος Πατήρ. δίδει και άλλην εντολήν: «Και δότε δακτύλιον εις την χείρα αυτού και υποδή­ματα εις τους πόδας»36. Ω της απείρου θείας και πατρι­κής αγάπης! Ω της δυνάμεως της μετανοίας!

Η «πρώτη στολή» που εδόθη εις τον άσωτον εί­ναι η καθαρότης που λαμβάνομεν με το μυστήριον του Αγίου Βαπτίσματος. Δια του μυστηρίου της μετα­νοίας αποκαθίσταται πλήρως η πρώτη καθαρότης. Το δακτυλίδιον συμβολίζει τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος, την αποκατάστασιν της εν Χριστώ υιοθε­σίας. Τα δε υποδήματα, σύμβολα της ελευθερίας, (διότι οι δούλοι δεν έφερον υποδήματα) συμβολίζουν την ενίσχυσιν που δίδει ο Θεός εις τον μετανοούντα, δια να πορεύεται πλέον σταθερώς εις την οδόν της σωτηρίας.

Την μετάνοιαν ακολουθεί η πλήρης δικαίωσις του μετανοούντος. Ο μετανοών μετά την εξομολόγησιν λαμβάνει την συγχώρησιν και την πλήρη άφεσιν πα­σών των αμαρτιών αυτού. Συνχωρείται και πάλιν εις τους Πατρικούς κόλπους και απολαμβάνει την υιοθεσίαν.
Δια της αμαρτίας ο άνθρωπος χωρίζεται από τον Θεόν και καθίσταται εχθρός Αυτού. Το «μεσότοιχον του φραγμού»37 ορθώνεται ανά μέσον του Θεού Πα­τρός και του αμαρτωλού. Η εν μετανοία εξομολόγησις όμως κρημνίζει το μεσότοιχον και ο Πατήρ συνχωρεί τον μετανοούντα εν Εαυτώ. Συμφιλιώνεται μαζί του και τον εναγκαλίζεται φιλοστόργως και τον καταφιλεί, βεβαιών αυτόν δια το αδιάπτωτον της αγάπης Του. Ο πιστός γίνεται και πάλιν τέκνον Θεού, επανακτά την χάριν της υιοθεσίας, αι δε ουλαί της αμαρ­τίας απαλείφονται εντελώς.

Ο μετανοών δεν συμφιλιώνεται μόνον με τον Θεόν, αλλά και με όλην την Εκκλησίαν, επουράνιον και επίγειον. Συνχωρείται εις την Εκκλησίαν και ενο­ποιείται με όλους τους αγίους και τους αδελφούς του. Όθεν και «χαρά έσται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι»38. Επίσης ο μετανοών συμφιλιώνεται και με τον εαυτόν του. Η πάλη της συνειδήσεως στα­ματά και ο άνθρωπος ειρηνεύει εν εαυτώ. Η γαλήνη και η ισορροπία της ψυχής αποκαθίστανται και η καρδία ειρηνική χαίρει και αγάλλεται με θείαν ευφροσύνην, η οποία αντανακλάται και εις το πρόσωπον του μετανοούντος. «Το συνειδός αγαλλόμενον, συγκαλλωπίζει αυτώ και το πρόσωπον, και άρδει τας πα­ρειάς ή της ψυχής ευρωστία. Και γαρ ουχ απλώς είρηται τω Σοφώ. καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει.»39, μας διαβεβαιοί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος. Και πράγματι το πρόσωπον του εξομολογουμένου μετά το μυστήριον λάμπει. Χαρά εν ουρανώ γί­νεται, αλλά χαρά και εν τη γη.

Η απερινόητος αγάπη του ουρανίου Πατρός δεν γνωρίζει όρια. δια τούτο και συνεχίζει: «Και ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν θύσατε και φαγόντες ευφρανθώμεν, ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε και απολωλός ην και ευρέθη»40. Η θυσία αυτή δεν είναι άλλη από την σταυρικήν θυσίαν του «μόσχου του αμώμου»41, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Οποίος εθυσιάσθη, δια να λυτρώση τους αμαρτωλούς. Η θυσία του Χριστού επί του Σταυρού διαιωνίζεται δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Και ο μετα­νοών πιστός καλείται να μετάσχη της θείας Κοινω­νίας. Εκεί πλέον κρύπτεται το αποκορύφωμα της Πα­τρικής συνχωρήσεως. Εις την ανάκρασιν εν τω Αγίω Ποτηρίω ο πιστός ενούται όλος με όλον τον Θεόν. Χωρείται όλος εν τω Θεώ και χωρεί Όλον εν εαυτώ. Δια τούτο μας παρέδωσε το μυστήριον της θείας Ευ­χαριστίας, «ίν' όλοις ημίν ενωθήναι δυνηθή και δι' ό­λων ημών χωρήση και προς εαυτόν ημάς αναλύση, πάσι πάντα συνάψας τοις ημετέροις τα εαυτού»42.

Γλυκύτατοι οι καρποί της μετανοίας και απερινόητοι! Δια της υιοθεσίας και της ενώσεως εν τω μυστηρίω της θείας Ευχαριστίας καθίσταται ο αμαρτω­λός αλλά μετανοών άνθρωπος συγκληρονόμος Χριστού και κληρονομεί τα αγαθά της ουρανίου Βασι­λείας!
Είθε να βιώσωμεν την αληθή μετάνοιαν, η οποία θα μας οδηγήση εις την θέωσιν, δια να μετάσχωμεν εις την θείαν ζωήν μετά πάντων των αγγέλων και των αγίων, εις την αιώνιον και ασάλευτον Βασιλείαν.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα του μακαριστού πατρός Δαμασκηνού

Ο πατήρ Δαμασκηνός εγεννήθηκε στην πόλι των Μεγάρων την 2α Ιουλίου του έτους 1921.
Οι γονείς του Ιωάννης και Μαρία Κατρακούλη, ήσαν πιστοί και ενάρετοι. Ήσαν στολισμένοι με την υψοποιό ταπείνωσι, και ζούσαν την πατροπαράδοτη ευσέβεια μέσα στην Εκκλησία με ανεπιτήδευτη απλό­τητα... Είχαν αποκτήσει και δύο κόρες, την Καλλιόπη και την Αναστασία.
Κυρίως, όμως, και οι δύο διακρίνοντο για την ευ­λάβεια, τον καθαρό βίο και την σωφροσύνη τους.
Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Σπυρίδων.

Από την παιδική του ηλικία έτρεφε ιδιαίτερη αγά­πη για τον Χριστό και για τους «ελαχίστους αδελ­φούς» του Κυρίου. Αγωνιζόταν να αισθανθή ζωντανή την παρουσία Του, όπως ωμολογούσε: «Όταν ήμουν μικρό παιδάκι, προσπαθούσα να βάλω τον Χριστό μέ­σα στην καρδιά μου... Προσπαθούσα να γεμίσω την καρδιά μου και την ψυχή μου με την εικόνα του Χριστού, με το πρόσωπο του Κυρίου!».

Από την μικρή του ηλικία ο Σπυρίδων ήταν «παιδαριογέρων» και εφιλοσοφούσε την ζωή. Εγαλουχήθηκε με τα νάματα της πίστεως όχι μόνο από το οι­κογενειακό του περιβάλλον, αλλά και από το σχο­λείο, που τότε ήταν και εκπαιδευτήριο ευσέβειας... Ως μαθητής του δημοτικού σχολείου ήταν φιλόπονος, ε­ξυπνότατος, επιμελής, και η επίδοσίς του στα μαθήμα­τα ήταν αρίστη.
Μετά το Δημοτικό σχολείο, ο Σπυρίδων αναγκά­στηκε να διακόψη τις σπουδές του και να στραφή προς την σκληρή αγροτική ζωή, εργαζόμενος σκλη­ρά.

Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια εκύλισαν με χειρωνακτική εργασία μέσα στον ναό της φύσεως, ε­νώ η Θεία Χάρις τον εσκέπαζε και τον ετοίμαζε να εργασθή στον αγρό της Εκκλησίας.
Στην πόλι των Μεγάρων την εποχή εκείνη υπήρχε βαθιά ριζωμένη η ορθόδοξη παράδοσις, την οποία εκαλλιεργούσαν σεμνοί και παραδοσιακοί ιερείς, στην πνευματική καθοδήγησι των οποίων κατέφυγε ο Σπυ­ρίδων.

Αργότερα έλεγε ο πατήρ Δαμασκηνός: «Τα χαρί­σματα του Αγίου Πνεύματος αρχίζουν να ενεργούν εις τον άνθρωπον, μόλις γίνη η πρώτη γνωριμία του με τον Χριστόν, κατόπιν βεβαίως σκληρών αγώνων».


* «Όταν εγνώρισα τον Θεόν, ενόμιζα πως δεν επα­τούσα στην γη, πως ευρισκόμουν στον ουρανό. Μόλις Τον αγάπησα θερμά, ο κόσμος εξαφανίστηκε. και έ­λεγα: "Θεέ μου, Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ!" Περ­πατούσα με ξυλωμένα παπούτσια μόνο και μόνο για τον Χριστό».

* «Όταν αγαπάς τον Θεό, δεν αισθάνεσαι ουδεμίαν ανάγκη και ουδένα φόβο. Στα πρώτα χρόνια που εγνώρισα τον Χριστό, μου είχε φύγει ο φόβος παντε­λώς. Σκεφθήτε, επήγαινα για δουλειά και εκοιμόμουν νύκτες στα δάση, ενώ δίπλα μου υπήρχαν οπλοφόροι με μαχαίρια. Την δουλειά μου εγώ... Θεία συνομιλία! Αυτό το λέω, γιατί ήταν της Θείας Χάριτος! Όταν έχης την Θεία Χάρι, αγκαλιάζεις τα πάντα. ακόμη και τους εγκληματίες!».

* «Όταν εγνώρισα τον Κύριον, δεν ήθελα κανένα άλλο φίλο. Ήθελα να μένω κατά μόνας μαζί Του. Ουδενός την φιλίαν επιθυμούσα, παρά μόνον του Χριστού. Όταν ήμουν μόνος, είχα να συζητήσω τα δικά μου με τον Θεόν και δεν ήθελα κανένα. Όμως, κατό­πιν ο Κύριος μας συνέδεσε με τους δικούς Του ανθρώ­πους και μας εχάρισε το μεγάλο δώρο της εν Χριστώ φιλίας. Και θυμάμαι, τα πρώτα χρόνια, μόλις εγνωρίζαμε κάποιον άνθρωπο του Θεού, γινόμασταν αμέσως ένα μαζί του!»....
* «Επιθυμώ να ομιλώ στον Θεόν με λαχτάρα, με αγαπητική προσευχή. Να αγαπώ θεολογικώς και να θεολογώ αγαπητικώς».
Εκοιμήθη οσίως την 23 Φεβρουαρίου του 2001.

Λαχτάρα Αιωνιότητος43

Ό,τι και να κάνωμε, όσο και να προσπαθήσωμε και να αγωνισθούμε, εάν δεν προσανατολισθούμε προς την αιώνιο ζωή και την ανέσπερη βασιλεία, νο­μίζω ότι μέσα μας δεν θα έχωμε την πληροφορία της σωτηρίας. Όταν τηρώ τας εντολάς, η συνείδησίς μου είναι αναπαυμένη απέναντι του Θεού. Αλλά για να επιτύχωμε την τελεία ανάπαυσι, είναι απαραίτητη και η καλλιέργεια της προσδοκίας της αναχωρήσεώς μας και η δίψα αυτής της στιγμής του θανάτου.

Είδατε; Μόλις ακούμε την λέξι «θάνατος», μας πιάνει φόβος. Πρέπει όλοι όμως να έχωμε δίψα θανά­του. ιδιαίτερα οι μοναχοί, αλλά και κάθε χριστιανός. Να διψάμε αυτήν την ώρα της μεταβάσεώς μας στα ουράνια σκηνώματα. Αυτήν την δίψα είχαν όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας και αυτήν έχουν και οι σημε­ρινοί άγιοι και ειδικώτερα οι Αγιορείτες. Αλλά και οι πιστοί στον κόσμο και οι εργάται του Ευαγγελίου και οι ιεραπόστολοι, με αυτήν την δίψα του θανάτου πραγματώνουν τον θείο λόγο και τελούν τα έργα της πίστεως. μετακινούν ακόμη και όρη. Και εμείς, λοι­πόν, δια της πίστεως να μετακινήσωμε την ψυχή μας. Και από τον άδη να την ανεβάσωμε στην βασιλεία του Θεού. Ας παρακαλούμε τον Κύριο να μας ανοίγη φωτεινούς ορίζοντας πίστεως και αγάπης προς Αυτόν. Η πίστις δεν είναι απλό πράγμα ούτε ο άνθρωπος, που είναι εικόνα του Θεού. Ο άνθρωπος έχει άπειρες διαστάσεις. Επειδή επλάσθη «κατ' εικόνα» Θεού, κατευθύνεται προς το άπειρο, προς την άνω Ιερουσα­λήμ. Όταν λέω «κατευθύνομαι προς τον άπειρο», ση­μαίνει σκέπτομαι τον άπειρο Θεό και την μετάβασί μου στην αιωνιότητα.

Αλλά πώς θα αγαπήσω τον Θεόν; πώς θα ανοίξω την ψυχή μου προς Αυτόν και πώς θα διαθέσω όλη μου την ύπαρξι στην αγάπη Του; Υπάρχουν πολλοί τρόποι της αγάπης του Θεού. Και όταν ο άνθρωπος εί­ναι διατεθειμένος να θυσιάζεται για τον Θεόν, δεν κάνει και αμαρτίες. Έτσι δεν είναι, παιδιά; Προσέχει τον λόγο του, προσέχει τις σκέψεις του, τις διαθέσεις του.

Με την αγάπη του Θεού ανοίγει ο ορίζων της ψυ­χής αμέσως και ο άνθρωπος γίνεται διάπλατος. Η ύπαρξίς του αμέσως ευρύνεται, γιατί τείνει προς τον ά­πειρο Θεόν και την αιώνιο ζωή. Αυτόν τον άπειρο Θε­όν αγαπήσαμε και ξεκινήσαμε να Τον συναντήσωμε. Γι' αυτό μας αναπαύει η ησυχία και η ερημία. Δεν μας αναπαύει ο κόσμος και τα του κόσμου, παρά μό­νον η ησυχία και η ερημία. Και επιθυμούμε να βασιλεύη στην ψυχή μας η ειρήνη του Θεού και η αγάπη του Θεού....

1. Ρωμ. στ', 23.
2. Μάρκ. α', 18.
3. Άγ. Κλήμης Ρώμης.
4. Ιω. Χρυσοστόμου. Εις την επίλυσιν της Χαναναίας, 2, Minge P.G. 52, 451.
5. Γεν, γ', 9.
6. Ματθ. δ', 17.
7. Ιω. στ', 44.
8. Ιω. στ', 65.
9. Ησ. ν', 5.
10.Ματθ. ια', 29.
11. Ε.Π.Ε. Θεσ/κη τ. 30, σελ. 266.
12. Α', Κορ. ιε', 9.
13. Α', Τιμ. α', 13.
14. Β΄, Κορ. ιβ΄, 4.
15. Β΄, Κορ. ζ΄, 9-ιο.
16. Ματθ. ε', 4.
17. Λουκ. ιε', 7.
18. Λουκ. ιβ', 2.
19. Α' Ιω. α', 8-9.
20.πρβλ. Μαξίμου Ομολογητού: «...Επί μεν των λογιωτέρων, η θεωρία προηγείται της πράξεως. επί δε των αγροικοτέρων, της θεωρίας η πράξις. εις εν δε τέλος Χριστού αμφότεραι καταλήγουσιν. Συντομώτερον δε τούτο οφθήσεται, οις η θεωρία προηγείται της πράξεως». Κεφάλαια ηθικά, Minge P.G. 90, στ' 1435. 1437.
21. Εφ. α', 4-6.
22. Ψαλμ. λγ', 15.
23. πρβλ. «Προς επανάστασιν ξένου πολέμου, ξένως αγωνισώμεθα.... των πονηρών πράξεων την φάλαγγα ρήξωμεν..... απόφασις απωλείας μετάνοιαν σπουδαίαν ιδούσα, ώς καπνός ευθύς διαλύεται...». Εις μετάνοιαν Νινευιτών, Ε.Π.Ε. Θεσ/κη τ. 8Α, 512-514. Ο, Μΐη§ε, Ρ.Ο. 64, 428 ΑΒ. τα της κα­κίας οχυρώματα καταβάλλωμεν
24. Λουκ. γ', 8.
25. πρβλ. Λουκ. ιθ', 8.
26. Ματθ. στ', 14-15.
27. πρβλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, 1995, σελ. 474-475.
28. Ιω. κ', 23.
29. Ματθ. ιστ', 16-19.
30. Προς τον εγκαλούντα επί τω διαφυγείν την Ιερωσύνην Λό­γος Γ', Κεφ. 5, 18, Minge P.G. τ. 48.
31. Ομιλία ότι επικίνδυνον και τοις λέγουσιν... Minge P.G. τ. 50, 662, 30.
32. πρβλ. Ιω. Χρυσοστόμου, «...εννοείς ότι αυτός αοράτως εν­ταύθα πάρεστιν ο Δεσπότης και εκάστου την κίνησιν αναμετρεί και το συνειδός εξετάζει;» Εις Ησαΐα, ομιλία, Α', 2, Ε.Π.Ε. Θεσ/ κη τ. 8Α, 324 ή Minge P.G. 59, 99.
33. πρβλ. Λουκ. ιε', 11-32.
34. αυτόθι, στ'. 20.
35. αυτόθι, στ'. 22.
36. αυτόθι.
37. Α' στιχηρόν ιδιόμελον του εσπερινού των Χριστουγέννων, ήχος β'.
38. Λουκ. ιε', 7.
39. Περί κακοϋ συνειδότος, Minge P.G. 96, 89.
40. Λουκ. ιε', 23-24.
41. Οπισθάμβωνος ευχή της θ. Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου.
42. Νικόλαος Καβάσιλας, Περί της εν Χριστώ ζωής, Λόγος Δ'. §12, Ε.Π.Ε. Θεσ/κη Φιλοκαλία τ. 22 σελ. 428.
43. Από ομιλία του Γέροντος Δαμασκηνού προς τις αδελφές της Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Μακρυνού μεταφέρουμε ένα από­σπασμα.

ΠΗΓΗ: «ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ»
Αρχιμανδρίτου Δαμασκηνού Κατρακούλη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Ας κάνουμε χώρο στην καρδιά μας ...

…Η πρώτη αρετή σχετίζεται με το άνοιγμα της καρδιάς μας, την αύξηση της χωρητικότητάς της. Είναι ανάγκη να χωρούν μέσα μας οι άλλοι, να χωρούν τα ελαττώματά τους, να χωρούν τα όσα έχουν κάνει εις βάρος μας, ακόμη και οι δικαιολογίες τους, έστω κι αν δεν μας φαίνονται και τόσο επαρκείς ή αληθινέ. Να μπορεί να χωρέσει κάθε αδυναμία του. Να μπορεί να χωρέσει η ενοχλητικότητά τους, η αδυναμία μας να τους καταλάβουμε και η δυσκολία που φυσικά μας προκαλούν.Κάνουμε τόση πάλη πολλές φορές να δεχθούμε τους άλλους όπως είναι! Διότι έχουμε την απαίτηση να είναι όπως εμείς θέλουμε. Αυτό όμως δεν γίνεται. Κάτι κακό μας κάνουν συνειδητά ή ασυνείδητα. Κάποια παράξενη συνήθεια έχουν. Ενδεχομένως κάποιους τρόπους διαφορετικής αγωγής από τους δικούς μας ,κάποιες εξωτερικές συνήθειες που δεν μας ταιριάζουν, κάποιες αδυναμίες, κάποιες εκφράσεις της πεπτωκυίας , της περασμένης αμαρτωλής φύσης του ανθρώπου έχουν κι αυτοί, όπως αναντίρρητα έχουμε κι εμείς. Μας καλεί λοιπόν ο Θεός να ανοίξουμε την καρδιά μας και να βάλουμε μέσα τους συνανθρώπους μας όπως είναι, να τους αγαπήσουμε σαν αδελφούς μας. Τα αδέλφια δεν αγαπιούνται γιατί είναι καλά. Αγαπιούνται γιατί είναι αδέλφια ,μέτοχοι της ίδιας φύσεως , των ίδιων χαρακτηριστικών , της ίδιας κληρονομικότητας. Κι εμείς έχουμε την ίδια κληρονομικότητα ,έχουμε τις ίδιες αμαρτίες, τα ίδια χαρακτηριστικά της σφραγίδας του πεσμένου ανθρώπου. Αλλά έχουμε επίσης τα ίδια χαρακτηριστικά που μας δίνει η κολυμβήθρα του αγίου Βαπτίσματος. Τα χαρακτηριστικά της δυνατότητος να προσέλθουμε και να προσεγγίσουμε τη Χάρι του Θεού. Μας προτρέπει λοιπόν και η Εκκλησία, πριν αρχίσουμε τον αγώνα, πριν προσέλθουμε στα μυστήρια, πριν γευθούμε τη χαρά της Αναστάσεως, πριν κάνουμε οποιοδήποτε άλλο βήμα, να ανοίξουμε την καρδιά μας και να βάλουμε μέσα τους αδελφούς μας. Να ξεχάσουμε αυτά που μας έχουν κάνει, να αφήσουμε κάθε πικρία, να σβήσουμε κάθε αρνητικό απόηχο από την καρδιά μας. Το πρώτο βήμα, συνεπώς, και η πρώτη αρετή είναι αυτή που όλοι ξέρουμε πόσο εύκολη είναι στον ορισμό της και πόσο δύσκολη στη πρακτική της˙ είναι η αρετή της συγχωρήσεως. Πρέπει να αγιάσουμε τον χώρο. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να αγιάσουμε τον δικό μας καρδιακό χώρο, τον χώρο της ανθρώπινης υποστάσεώς μας˙ αυτόν, που ενώ είναι προορισμένος να λειτουργεί ως χώρος του προσώπου μας, στον οποίον να εκφράζεται και να αναπαύεται ο Θεός, συνήθως παρουσιάζεται ως χώρος του εγώ μας, ο οποίος κυριαρχείται από τα πάθη της φιλαυτίας μας. Το πρώτο βήμα για να αγιασθεί ο χώρος της ψυχής μας είναι να δεχθούμε τους άλλους μέσα μας…


Απόσπασμα Από το βιβλίο:

«ΝΙΚΟΛΑΟΥ Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...