Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΦΕΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΦΕΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Νὰ προσέχουμε τὶς αἰσθήσεις μας γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν Θεία Χάρη

Κεφάλαιο ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ γέροντος Ἰωσὴφ Μ. Δ.: «Παπαχαράλαμπος Διονυσιάτης», ὁ ἁπλοϊκὸς ἡγούμενος καὶ διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς.

Λέγουν οἱ ἅγιοι πατέρες, «ὑπὲρ τὴν ἐργασίαν, ἡ φυλακή». Εἶναι πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως πολὺ φιλότιμα ἐπιμελοῦνται τόσον τὴν ὑπακοὴν ὅσον καὶ τὴν νυκτερινὴν ἀγρυπνίαν. Μάλιστα κοπιάζουν πολύ, ἰδιαιτέρως προκειμένου νὰ φθάσουν στὴν συντριβὴν καὶ τὰ δάκρυα πρὶν τὴν Θ. Κοινωνία. Ἐν τούτοις, ἂν προσέξουμε στὸν ἑαυτό μας, παρατηροῦμε ὅτι παραμένουμε σχεδὸν στὸν ἴδιο παρονομαστὴν ἢ καὶ πολλὲς φορὲς πρὸς τὰ πίσω μᾶλλον ἐπιστρέφουμε ἀντὶ νὰ ἐπεκταθοῦμε πρὸς τὰ ἐμπρός. Διερωτᾶται κανείς: «Τί φταίει; Ὑπακοὴ κάμνω, ἐξομολογοῦμαι, νηστεύω, ἀγρυπνῶ, συγχωρῶ, εὔχομαι ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων. Τί φταίει;».
Τὴν ἀπάντησι μᾶς τὴν δίνει ἕνας μεγάλος ἡσυχαστὴς τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ὁ Γέροντας...

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Νὰ ἐξετάζουμε τὴν συνείδησή μας γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν χαρὰ τῆς σωστῆς ἐξομολογήσεως

Γέροντας Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτης
Δημοσιεύουμε ἕνα ἀπόσπασμα σχετικὰ μὲ τὸ πῶς πρέπει νὰ ἐξετάζουμε τὸν ἑαυτό μας πρὶν τὴν ἐξομολόγηση.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου Γρηγορίου «Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγησις», Ἱερὸν Κουτλουμουσιανὸν Κελλίον Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Ἅγιον Ὅρος.
Γιὰ νὰ ὁμολογήσουμε στὸν Πνευματικὸ ὅτι ἔχουμε ἁμαρτήσει, πρέπει νὰ γνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία μας. Πῶς ἀποκτοῦμε ὅμως τὴν γνώση αὐτή; Μὲ τὴν γνώση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνεχῆ ἐξέταση τοῦ ἑαυτοῦ μας κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ποὺ ἀγνοεῖ τὸν θεῖο νόμο, ἢ τὸν γνωρίζει ἀλλὰ δὲν ἐξετάζει συστηματικὰ τὸν ἑαυτό του, πιστεύει πὼς δὲν ἔχει φταίξει σὲ κάτι σημαντικὸ καὶ...

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Ἕνας νέος ποὺ συγκλονίσθηκε ἀπὸ μία ὡραία καὶ προκλητικὴ κοπέλα

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν» τοῦ ἱερομονάχου Πορφυρίου, ἐκδόσεις Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος Μήλεσι Ἀττικῆς.
Κάποια μέρα ὁ Γέροντας μοῦ ἀπεκάλυψε: «Ἦρθε μία φορὰ ἕνας νέος καὶ μοῦ εἶπε ὅτι, καθὼς ταξίδευε καλοκαίρι μὲ τὸ πλοῖο, εἶδε ἀπέναντί του μία ὡραία καὶ προκλητικὴ κοπέλα καὶ συγκλονίσθηκε. Τότε ἐγὼ εἶδα τὴν ψυχή του καὶ τοῦ εἶπα: Βρὲ εὐλογημένε, μὲ τὴν εὐσαισθησία πού σοῦ χάρισε ὁ Θεός, ἐσὺ τώρα θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχες ἁγιάσει».
Ἴσως ἄλλος πνευματικὸς νὰ ἔβλεπε τὸ περιστατικὸ σὰν εὐκαιρία νὰ κατακεραυνώσει τὸν ἁμαρτωλό, ὁ Γέροντας ὅμως τὸ εἶδε σὰν εὐκαιρία νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸ θεῖο δῶρο τῆς μεγάλης εὐαισθησίας του καὶ τὴ δυνατότητά του νὰ ἁγιάσει μέσω αὐτῆς, «ἔρωτι ἔρωτα διακρουόμενος καὶ πῦρ πυρὶ ἀΰλο ἀποσβεννύων».

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με


Λέγε με τα χείλη, με το νου και με την καρδιά σου, όπου και εάν ευρίσκεσαι, ότι και να κάνεις, συνεχώς: «ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ», και πολύ σύντομα θα αντιληφθείς και θα ομολογήσεις μία πολύ μεγάλη αλλαγή μέσα σου. Θα προσέξεις ότι η προσευχή αυτή σύντομα θα τσακίσει εκείνες τις τρικυμίες και ταραχές που σε συγκλονίζουν στην καρδιά, θα σβήσει την οργή, θα αφαιρέσει τη λύπη, θα εξαφανίσει την κατάθλιψη και θα προσέξεις ότι μια χαρά εκχέεται στην καρδιά σου και ποτέ πλέον δεν θα λέγεις ότι είσαι δυστυχής. Η προσευχή αυτή θα φωτίσει το νού σου, θα εκλεπτύνει τη σκέψη σου, οι δε κακοί και αισχροί λογισμοί θα λιγοστεύσουν και θα αποξηρανθούν, και ευρισκόμενος στην εσωτερική ειρήνη θα αισθάνεσαι και θα ομολογείς ότι είσαι ένας χαρούμενος και ευτυχισμένος άνθρωπος...
Οι δαίμονες διεξάγουν τον πόλεμο εναντίον μας στην καρδιά, όταν εξάπτουν τα πάθη των ελαττωμάτων μας, τις αμαρτωλές επιθυμίες μας και μας προωθούν να κάνωμεν την αμαρτία. Εκεί στην καρδιά δημιουργούν τις τρικυμίες και τις ταραχές, τη λύπη, την οργή, τους φόβους και καταντούν τον ταλαίπωρο άνθρωπο δυστυχισμένο. Όμως, το όνομα του Χριστού είναι κεραυνός για τους δαίμονες. Κάθε φορά που θα φωνάζεις τον Χριστό είναι σαν να τους κτυπάς με κεραυνό. Αρχίζουν να πανικοβάλλονται να εξέρχονται από την καρδιά σου καταδιωκόμενοι και μαστιζόμενοι και ελευθερώνεται η ψυχή σου καί γαληνεύει, γιατί με την προσευχή (ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ), ενώ οι δαίμονες φεύγουν, η χαρά του Αγίου Πνεύματος εκχέεται στην καρδιά σου. Γι’ αυτό ακριβώς ο Χριστός συχνά μας προτρέπει στο Ευαγγέλιό Του να προσευχώμεθα συνεχώς και αδιαλείπτως και να κρούωμεν συνεχώς την πόρτα του ελέους Του και να μην αποκάμνωμεν. Στο Ευαγγέλιό Του μας έφερε παραδείγματα καί παραβολές, όπως την χήρας και του σκληρού δικαστού, του πατέρα και του παρακαλούντος παιδιού, στις οποίες με τόνο δυνατό μας προτρέπει η αδιάλειπτος και επίμονος προσευχή να μην απουσιάζει από την καρδιά μας, μας επιβεβαιώνει δε ότι είναι αδύνατον να μην εισακουσθώμεν.

Η προσευχή αυτή επειδή επαναλαμβάνεται συνεχώς καρποφορεί, διότι είναι απλή και περιέχει όλες τις έννοιες των λοιπών προσευχών καί ο νους δεν κοπιάζει στην παρακολούθηση της τόσον, όσον στις συνηθισμένες προσευχές, όπου οι λογισμοί μας αρπάζουν την προσοχή. Όταν ο νους χορτασθεί από την ευχή την στέλλει στην καρδιά και αρχίζει να καρποφορεί.
Η καρδιά που είναι σαν την πέτρα, θα μαλακώσει και θα κάνει τα μάτια να τρέχουν δάκρυα μετανοίας, που τόσον χρειάζονται για να πλύνουν τις τόσες κηλίδες που ρύπαναν το ένδυμα της ψυχής μας, για να την παρουσιάσουν μ’ αυτό τον τρόπο καθαρή στο νυμφώνα του Χριστού. Οι αισχροί λογισμοί θα ξηρανθούν, τα πάθη θα λειώσουν και η φλόγα που Θεός έβαλε στην καρδιά μας κατά το Άγιο Βάπτισμα, και η οποία μένει σκεπασμένη από τα πάθη, θα αναφανεί και θα τα κατακάψει. Τότε ένας άνθρωπος χωρίς πάθη και κατά συνέπεια χωρίς να αμαρτάνει, θα προσφέρει τη συνείδησή του καθαρή θυσία στο Θεό. Και καθώς ο νους του θα Τον βλέπει καθαρά και θα τον αισθάνεται δυνατά μέσα στην καρδιά του, θα αποφεύγει και την μικρότερη αμαρτία, γιατί κάθε διαμαρτυρία της συνειδήσεως παρεμποδίζει τη θέα του προσώπου του Κυρίου.
Μπορείς να προσφέρεις και άλλες σύντομες αδιάλειπτες προσευχές, αλλά όταν η προσευχή δεν αλλάζει γίνεται συνήθεια και μόνη της σαν ρυάκι εργάζεται μέσα μας και φέρνει τον καρπό. Λέγε δε και συχνά «ΘΕΟΤΟΚΕ ΠΑΡΘΕΝΕ ΣΩΣΟΝ ΜΕ», γιατί λόγω της αμαρτωλότητός μας, ο Χριστός μας εισακούει περισσότερον δια της μεσιτείας της Μητρός Του. Ακόμα, του Αγίου Αγγέλου που έχουμε φύλακα, του Αγίου της ημέρας, των Αγίων γενικώς, αλλά υπέρ όλων το υπέρ όνομα, το όνομα του Χριστού.


*Εξυπακούεται ότι για το είδος, την ένταση και την διάρκεια της προσευχής μας το πρώτο λόγο έχει η ευλογία και η γνώμη Του πνευματικού μας πατρός.


Βιβλιογραφία: «Νοερά άθλησις», «Νηπτική θεωρία», «Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους», «Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας» του Γέροντος Ιωσήφ, «Υιέ μου δος μοι στην καρδίαν».

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Ἡ Μετάνοια, και ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή


Οἱ βασικοί τρόποι γιά τήν ἐπανενεργοποίηση τῆς Βαπτισματικῆς Θείας Χάρης εἶναι : α)Ἡ συνεχής μετάνοια καί β)ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἄς τούς μελετήσουμε:

α) Συνεχής διά βίου Μετάνοια- ἐξομολόγηση.

Ὁ Θεός, ἐνεργώντας μέ ἄπειρη ἀγάπη, ἔπλασε τό δημιούργημά Του τόν ἄνθρωπο χαρίζοντάς του μιά ὡραία ψυχή,  μιά ψυχή πού εἶναι προορισμένη νά εἶναι νύμφη Χριστοῦ.
Αὐτός θά πρέπει νά εἶναι  ὁ πόθος μας, ὁ πόθος τοῦ κάθε ἀληθινοῦ χριστιανοῦ: νά γίνει ἡ ψυχή του μόνιμα καί αἰώνια νύμφη Χριστοῦ.
Ἤδη ἀπό τήν παροῦσα ζωή, ἐάν θέλουμε, πραγματοποιοῦμε τόν ἀρραβῶνα καί προγευόμαστε τόν πνευματικό γάμο μέ τό Νυμφίο μας Χριστό. Ὁ Κύριος ὡς ὁ μανιώδης ἐραστής τῶν ψυχῶν μας-κατά τούς Ἁγίους Πατέρες μᾶς καλεῖ προσωπικά: ΥΙΕ ΜΟΥ ΔΟΣ ΜΟΙ ΣΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝ.
Ὅμως ὁ ἐγωισμός (ἡ φιλαυτία κατά τούς  Ἁγίους Πατέρες), διαστρέφει τίς τρεῖς δυνάμεις ψυχῆς μας (λογιστικό – νοῦ, θυμικό – θυμό, ἐπιθυμητικό – ἐπιθυμίες). Ἀπό τήν ἄρρωστη ἀγάπη πρός τόν ἑαυτό μας (=φιλαυτία) γεννῶνται τά τρία βασικά πάθη: ἡ φιληδονία, ἡ φιλαργυρία καί ἡ φιλοδοξία. Ἀπό αὐτά γεννιῶνται καί ὅλα τά ὑπόλοιπα πάθη.
Αὐτά τά πάθη καί οἱ ἀντίστοιχες ἁμαρτίες πού προκύπτουν ἐξ αἰτίας αὐτῶν (ἁμαρτία=πράξη ἀντίθετη πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα μας)ἀπενεργοποιοῦν τήν Βαπτισματική Θεία Χάρη. Δηλ. ἀπενεργοποιοῦν τήν Ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού  μᾶς χαρίζεται στό βάπτισμά μας. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά διακόπτεται ἡ σχέση μας μέ τόν Χριστό. Χωρίς τήν Θεία αὐτή Ἐνέργεια, χωρίς τόν Θεό δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε ἀληθινά καλό. Ἔτσι, ἐνῶ θέλουμε νά κόψουμε τά πάθη μας δέν μπορουμε κι ἐνῶ θέλουμε νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό (νά Τοῦ δώσουμε τήν καρδιά μας), δέν μποροῦμε.
Ἡ ψυχὴ μας θά πρέπει νὰ ἐπανενεργοποιήση, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τήν Βαπτισματική Θεία Χάρη. Ὀφείλει νά συνέλθει πάλι, ὥστε νὰ γίνει ἄξια νύμφη τοῦ Χριστοῦ.
Γιά νά γίνει αὐτό θά πρέπει νὰ μετανοήσει καί ἡ μετάνοια νά εἶναι μιά πράξη συνεχής.
«Ἕως ἐβδομηκοντάκις ἑπτά» εἶπε ὁ Κύριος, νά συγχωροῦμε. Μ’ αὐτόν Του τό λόγο ὑπονοεῖ ὅτι καί ὁ Ἴδιος θά μᾶς συγχωρήσει ἄπειρες φορές, ὅταν Τόν πλησιάζουμε ἐν μετανοίᾳ, ἔστω καί ἄν πέσουμε ἄπειρες φορές στό ἴδιο λάθος. Μᾶς τό εἶπε αὐτό θέλοντας  νά μᾶς βοηθήσει, ἐμᾶς τά πλάσματά του, ὥστε νά μήν ἀπελπιστοῦμε ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς πεσμένης καί «τσαλακωμένης» φύσης μας.
Μετανοώντας ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά ἐπικαλεῖται ἀδιάλειπτα τήν Θεία Βοήθεια. Ἡ μετάνοια αὐτή συντρίβει τήν καρδιά καί τήν ταπεινώνει.
«Καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει». Ὡς κορύφωση τῆς μετάνοιας, τῆς ἀπόφασης γιά ἀλλαγή, ἀκολουθεῖ τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης. Τότε ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ καθαρίζεται, ἡμερεύει, ἐλαφρώνει ἀπό τά ὑπαρξιακά βάρη τῶν ἁμαρτιῶν, λεπτύνεται. Τότε πλέον γίνεται κατάλληλη καί ἱκανή ὥστε νά ἑνωθεῖ μέ τόν «ὑπέρ πᾶσαν καθαρότητα» Θεόν.

β) Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή πού συνοδεύεται μέ σωματικό κόπο (ἄσκηση).

Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή πού ἔχει καί σωματικό κόπο συμβάλλει τά μέγιστα στήν ἐπανανακάλυψη καί ἐπανενεργοποίση τῆς Βαπτισματικῆς Θείας Χάρης.
Ἕνα σῶμα ταπεινωμένο ἀπό τήν ἄσκηση γίνεται κατοικητήριο τῆς Θείας Χάριτος. Σωματικός κόπος (ἄσκηση) ὑπάρχει στή νηστεία, στίς γονυκλισίες (μετάνοιες) στήν ἀγρυπνία κ.λ.π. Ἄσκηση μπορεῖ νά εἶναι κι’ ἕνα διακόνημα…
Στόν κόσμο ἴσως δέν κάνουμε πολλές μετάνοιες ὅπως οἱ μοναχοί, ἀλλά  μποροῦμε νά κάνουμε πολλή ἄσκηση δίνοντας τόν ἑαυτό μας στή διακονία τοῦ ἀδελφοῦ μας, τοῦ «πλησίον».
Μέ τήν ἀγάπη πού δείχνεις στόν ἄλλον, ἀρνεῖσαι τό βόλεμά σου, ἀρνεῖσαι τή φιλαυτία σου, ἀρνεῖσαι τήν ξεκούρασή σου… κι’ αὐτό εἶναι πράγματι μεγάλη ἄσκηση.
Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή μαζί μέ τόν σωματικό κόπο, βοηθάει πάρα πολύ στήν ἐνεργοποίηση τῆς Θείας Χάριτος, ἔτσι ὥστε νά ἐπιτευχθεῖ ὁ πολυπόθητος στόχος:  τό δόσιμό τῆς καρδιᾶς μας στόν Θεό.
Ἡ νοερά ἀδιάλειπτη προσευχή, ἑνώνει – συγκεντρώνει ὅλες τίς ψυχικές δυνάμεις, (τόν νοῦ, τίς ἐπιθυμίες καί τά συναισθήματα)  τίς ἑνοποιεῖ καί τίς κατευθύνει πρός τόν Θεό.
Ὁ νοῦς κινεῖται πρός τόν Θεό μέ ἀγάπη.
Ἡ διάνοια (πού εἶναι οἱ σκέψεις καί ἕδρα ἔχει τόν ἐγκέφαλο), χρησιμοποιεῖται γιά νά διατυπώνει σέ λογικές προτάσεις αὐτό πού συλλαμβάνει ὁ νοῦς· αὐτό πού θέλουμε νά ποῦμε στόν Θεό ἀλλά ἀκόμη δέν τό ἔχουμε διατυπώσει σέ πρόταση.
 Τό θυμικό τοῦ ἀνθρώπου κινεῖται μέ ὅλη του τήν ἀγαπητική ὁρμή πρός τόν Θεό καί  τό ἐπιθυμητικό, ὅλες οἱ ἐπιθυμίες, ὅλα τά θέλω τοῦ ἀνθρώπου γίνονται μία ἔφεση, μία ἐπιθυμία, μία λαχτάρα, ἕνας ἀσυγκράτητος πόθος, ἕνα θέλω: «ὁ Θεός, ἡ Βασιλεία Του καί ἡ δικαιοσύνη Του».
Ὅλος ὁ ἄνθρωπος τότε πλέον εἶναι στραμμένος πρός τόν Θεό.
Τότε ἐκδιώκονται ὅλοι οἱ  «ἀλλόφυλοι» λογισμοί, οἱ καλοί καί κακοί ἀπό τήν καρδιά καί μένει μόνον ἡ προσευχή – Ὁ Χριστός.
Ἔτσι ἐπανανακαλύπτει ὁ ἄνθρωπος τήν κεκρυμμένη Βαπτισματική Θεία Χάρη, ἡ Ὁποία πλέον καί ἐνεργεῖ τήν κάθαρση στήν καρδιά. Τότε ἀρχίζει νά ἀνάβει μέσα στήν καρδιά ὁ Θεῖος Ἔρωτας…
Τότε θερμαίνεται ἡ καρδιά
καί αὐτή ἡ θέρμη, ἡ φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
καίει
ὅλα τά σκουπίδια, ὅλα τά πάθη καί ὅλες τίς σκουριές.
Ὅπως τό χρυσάφι γιά νά τό καθαρίσουμε, τό βάζουμε στό χωνευτήρι, μές στή φωτιά καί καίγονται ἐκεῖ ὅλες οἱ  προσμείξεις, ἔτσι κι’ αὐτή ἡ θέρμη πού δημιουργεῖται ἀπό τήν νοερά προσευχή στήν καρδιά κατακαίει ὅλα τά πάθη.
Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει τόν Θεό καί θέλει νά κάνει θυσίες γιά Ἐκεῖνον, πού πέθανε γιά  νά μᾶς σώσει.
Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ Θεία Χάρις, τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὅταν βρεῖς αὐτή τή Χάρη εἶσαι στή Βασιλεία, ἀπό τώρα.
Αὐτός εἶναι ὁ Παράδεισος.
Μᾶς τόν ἔχει βάλει μέσα μας, ὁ Χριστός τόν Παράδεισο.  Ὁ Παράδεισος εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι αὐτή ἡ Θεία Χάρις, ἡ Θεία ἐνέργειά Του, Αὐτός ὁ Ἴδιος.
Ἐάν ἑνωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μ’ Αὐτόν, ζεῖ ἀπό τώρα στόν Παράδεισο. Αὐτόν ζοῦσαν οἱ μάρτυρες καί δέν τούς ἔνοιαζε ἄν πέθαιναν ἤ ὄχι, ἄν τούς κομμάτιαζαν ἤ ὄχι.
Εἶχαν ἤδη βρεῖ τόν Παράδεισο στήν ἕνωσή τους μέ τόν Χριστό, μέ τήν ἀδιάλειπτη  προσευχή, καί γιαυτό ἦταν ἄτρωτοι. Δέν τούς ἐνοχλοῦσε τίποτε… «Κάντε με ὅ,τι θέλετε» ἔλεγαν στούς δημίους τους. Μέ τήν ἐνεργοποιημένη Θεία Χάρη, ἔχοντας ἀποκτήσει τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, βρισκόμενοι στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ ἤ καί τῆς θεώσεως, γινόντουσαν μάρτυρες.
 Ἄν κι ἐμεῖς δέν τό ζήσουμε αὐτό, (ἀρκούμενοι σ’ ἕναν ἐκκοσμικευμένο συμβατικό χριστιανισμό), τότε δέν εἴμαστε παρά ἁπλοῖ ἀστοί-χριστιανοί ὑποταγμένοι στήν δυτική- προτεσταντική ἀντίληψη ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται μόνον γιά τήν ἔξωθεν καλή εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως ὁ Κύριός μας ὑπῆρξε σαφής ἀπευθυνόμενος στούς ὑποκριτές:
… Καθάρισον πρῶτον τό ἐντός τοῦ ποτηρίου καί τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καί τό ἐκτός αὐτῶν καθαρόν.
Οὐαί ὑμῖν, γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν και πάσης ἀκαθαρσίας.
Οὕτω καί ὑμεῖς ἔξωθεν μέν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποι δίκαιοι, ἔσωθεν δέ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καί ἀνομίας.
…Καθάρισε πρῶτον ἐκεῖνο ,πού εἶναι μέσα εἰς  τό ποτήριον καί εἰς τήν πιατέλλαν …διαφορετικά ὅσον κι’ ἄν καθαρίζεις τά σκεύη αὐτά μένουν ἀκάθαρτα καί μολυσμένα.
Ἀλοίμονό σας γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί διατί ὁμοιάζετε πρός τάφους ἀσβεστωμένους, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἔξω μέν φαίνονται ὡραῖοι καί κατάλευκοι, ἀπό μέσα ὅμως εἶναι γεμᾶτοι ἀπό κόκκαλα ἀποθαμένων καί ἀπό κάθε ἀκαθαρσία.
Ἔτσι καί σεῖς, ἀπ’  ἔξω μέν φαίνεσθε εἰς τούς ἀνθρωπους δίκαιοι, ἀπό μέσα ὅμως εἶσθε γεμᾶτοι μέ ὑποκρισία καί μέ κάθε παράβαση τοῦ νόμου.
Αὐτά διαβάζουμε στό κατά Ματθαῖον εὐαγγέλιο, κεφάλαιο κγ΄, παρ. 25-28.
Ὁ Ἀπ. Παῦλος ἐπίσης γράφει στοὺς Ἐφεσίους: «Γιὰ τοῦτο λυγίζω τὰ γόνατά μου ἐμπρὸς στὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (καί Τόν παρακαλῶ)· νὰ δώσει νὰ κραταιωθεῖτε – νά δυναμωθεῖτε μὲ τὸ Πνεῦμα Του στὸν μέσα ἄνθρωπο, – στόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο γιὰ νὰ κατοικήσει ὁ Χριστὸς μὲ τὸ Πνεῦμα Του μέσα στὴν καρδιὰ σας».
Ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει τόν τρόπο ζωῆς ὥστε νά γίνουμε ἀληθινά μακάριοι, μετέχοντας στή δική Του ἄπειρη μακαριότητα. Ὁ τρόπος εἶναι ἡ μίμηση τῆς δικῆς Του ζωῆς καί ἡ ἕνωσή μας μαζί Του , ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μας, ἡ ἕνωση τῆς καρδιᾶς μας μέ Αὐτόν.
Γιά νά ἑνωθεῖ ὁ νοῦς μας, ἡ καρδιά μας μαζί Του θά πρέπει νά εἶναι καθαρά. Γιά νά καθαρισθοῦν θά πρέπει νά τά καθαρίσει ὁ Κύριος μέ τήν Χάρη Του. Κι’ αὐτή ἡ Θεία Χάρις μᾶς ἔχει δοθεῖ δωρεάν κατά τό Βάπτισμά μας. Μποροῦμε ἀνά πάσα στιγμή νά παίρνουμε ἀπό αὐτή τή Θεία Χάρη ἀρκεῖ νά τήν ἔχουμε ἐνεργό μέσα μας διά τῆς συνεχοῦς μετανοίας καί τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς.
Μποροῦμε ἀλλά καί ὀφείλουμε νά συνεργαστοῦμε μαζί Της ὥστε νά καθαριστοῦμε.
Ὅσο καθαριζόμαστε, τόσο φωτιζόμαστε καί τόσο θεωνόμαστε.
Ὁ Θεός νά τό δώσει ἀλλά καί ἐμεῖς νά τό ἐπιδιώξουμε μέ τίς εὐχές τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων μας.
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Να αναγνωρίζουμε ο ένας το χάρισμα του άλλου - Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής



Ποιός νίκησε το διάβολο; Αυτός που γνώρισε την ασθένειά του, τα πάθη και τα ελαττώματα, που έχει. Ο φοβούμενος να γνωρίσει τον εαυτό του, αυτός βρίσκεται μακριά από τη γνώση· άλλο τίποτε δεν αγαπά παρά να βλέπει μόνο λάθη στους άλλους και να τους κρίνει.

Αυτός δεν βλέπει στους άλλους χαρίσματα, αλλά μόνον ελαττώματα- δεν βλέπει στον εαυτό του ελαττώματα, παρά μόνο χαρίσματα. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό ελάττωμα… των ανθρώπων του καιρού μας που δεν αναγνωρίζουμε ο ένας το χάρισμα του άλλου.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Τον γνωρίσαμε, και τότε στερεώθηκε σ'Αυτόν η ψυχή μας



Καθένας μας μπορεῖ νὰ κρίνει γιὰ τὸ Θεὸ κατὰ τὸ μέτρο τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ γνώρισε. Γιατί πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ σκεφτόμαστε καὶ νὰ κρίνουμε γιὰ πράγματα ποὺ δὲν εἴδαμε ἢ δὲν ἀκούσαμε καὶ δὲν ξέρουμε; Οἱ ἅγιοι λένε πὼς εἶδαν τὸ Θεό. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶἄνθρωποι ποὺ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Εἶναι φανερὸ πὼς μιλοῦν ἔτσι, γιατί δὲν Τὸν γνώρισαν, αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει καθόλου πὼς ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει.

Οἱ ἅγιοι μιλοῦν γιὰ πράγματα ποὺ πραγματικὰ εἶδαν καὶ γνωρίζουν. Δὲν λένε, γιὰπαράδειγμα, πὼς εἶδαν ἕνα ἄλογο μήκους ἑνὸς χιλιομέτρου ἢ ἕνα πλοῖο δέκα χιλιομέτρων, ποὺδὲν ὑπάρχουν. Κι ἐγὼ νομίζω, πώς, ἂν δὲν ὑπῆρχε Θεός, δὲν θὰ μιλοῦσαν κὰν γι' Αὐτὸν στὴ γῆ. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως θέλουν νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸ δικό τους θέλημα καὶ γι' αὐτὸ λένε πὼς δὲνὑπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας ἔτσι μᾶλλον πὼς ὑπάρχει.
Ὅλων τῶν λαῶν ἡ ψυχὴ αἰσθανόταν πὼς ὑπάρχει ὁ Θεός, ἂν καὶ δὲν ἤξεραν νὰ λατρεύουν τὸν ἀληθινὸ Θεό. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὅμως δίδαξε πρῶτα τοὺς προφῆτες, ἔπειτα τοὺς ἀποστόλους,ὕστερα τοὺς ἁγίους πατέρες καὶ ἐπισκόπους μας, κι ἔτσι ἔφτασε ὡς ἐμᾶς ἡ ἀληθινὴ πίστη. Ἐμεῖς γνωρίσαμε τὸν Κύριο μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, Καὶ ὅταν Τὸν γνωρίσαμε, τότε στερεώθηκε σ' Αὐτὸν ἡψυχή μας.

Ὅσιου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Ο παππούς Χατζηφλουρέντζος, ένας σύγχρονος άγιος



...από τη Μηλιά Αμμοχώστου (κατεχόμενη Κύπρος - † 10 Οκτωβρίου 1969)



Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου
Vatopaidifriend

Αφορμή για το παρόν άρθρο, μου έδωσε μια συνέντευξη του Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου στο ιστολόγιο των φίλων της Μονής Βατοπαιδίου για τον παππού τον Παναή του Ιλαμιού από τη Λύση. Ο παππούς ο Παναής είναι αγαπημένος μου, από τότε που νεαρή καθηγήτρια εργαζόμουν στη Λάρνακα και τον επισκεπτόμαστε στο προσφυγικό του σπιτάκι στους Αγίους Αναργύρους, όπου ζούσε μαζί με τα αδέλφια του, τον παππού Βασίλη και την Τρυφωνού.







Όμως, εκείνο που δεν ήξερα για τον παππού τον Παναή είναι ότι ήταν φίλος με τον παππού Χατζηφλουρέντζο, από τη Μηλιά της Αμμοχώστου, που τον ήξερα από τον καιρό που ήμουν στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου. Μιλώντας με τον Άγιο Μόρφου μου είπε ότι έχει γραφτεί βιβλίο για τον Χατζηφλουρέντζο από μαρτυρίες δικών του ανθρώπων, και μου υποσχέθηκε να μου το φέρει. Όμως, ο πόθος μου να διαβάσω γι’ αυτόν τον άνθρωπο ήταν τόσο μεγάλος, που το ίδιο απόγευμα ο πατέρας της γειτόνισσάς μου, μου είπε ότι το έχει σε φωτοτυπία. Την επομένη μου το έφερε και το διάβασα απνευστί.

Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, διαβάζοντας για έναν άγιο άνθρωπο που είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε.. Θυμάμαι ότι ο θεολόγος μας ο κ. Παρασκευάς Παρασκευά τότε, και πατήρ Παρασκευάς σήμερα, μας μιλούσε γι’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο που ερχόταν συχνά με το ποδήλατό του στο Γυμνάσιό μας για να τον δει και να μιλήσει μαζί του για θεολογικά θέματα. Θυμάμαι πόσο απλά ήταν ντυμένος, με ρούχα φτωχικά, σαν ρακένδυτος ζητιάνος έμοιαζε, αλλά η μορφή του ήταν οσιακή, ασκητική, σαν τους ασκητές της ερήμου, έτσι ψηλόλιγνος που ήταν με την ατημέλητη λευκή γενειάδα του και το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι. Μόλις τον βλέπαμε, σαν να μας καθήλωνε με την αυστηρότητα της μορφής του.

Θυμάμαι μια σκηνή που εμείς οι μικρές μαθητριούλες της Α΄ή Β΄ Γυμνασίου τότε, σχολάγαμε, και έξω από το Γυμνάσιό μας τον συναντήσαμε να έρχεται με το ποδήλατό του σκυφτός και σκεφτικός. «Ώρα καλή», μας είπε, όπως συνήθιζε. Τότε, εμείς, τον χαιρετήσαμε με σεβασμό: «Χαίρετε» του είπαμε, κι εκείνος μας απάντησε με πολλή αγάπη: «Χαίρετε, λένε μόνο στην Παναγία». Φαινόταν να μη νοιάζεται για τον κόσμο τούτο, ότι ήταν δοσμένος στον ουρανό.



Ξέραμε ότι έμενε στο μοναστήρι της Παναγίας της Αυγασίδας, λίγο έξω από το χωριό του. Ξέραμε, επίσης, ότι ήταν ένας άνθρωπος του Θεού που προσευχόταν νυχθημερόν. Ως εδώ. Εξάλλου, τότε δεν ξέραμε για γέροντες, ήμασταν και μικρά κοριτσάκια, δεν πολυκαταλαβαίναμε από τέτοιες καταστάσεις.


Αυτή, λοιπόν, η εικόνα του παππού Χατζηφλουρέντζου, έμεινε καταχωνιασμένη στη μνήμη μου και κάποιες φορές την ανέσυρα, μέχρι τώρα που διάβασα γι’ αυτόν στη συνέντευξη του Πανιερωτάτου, τον οποίο και ευγνωμονώ γι’ αυτή την ευκαιρία να μάθω για έναν άγιο που ζούσε μαζί μας στα χωριά μας, αλλά οι περισσότεροι δεν είχαμε ιδέα για τον θησαυρό που κρυβόταν πίσω από την ατημέλητη εμφάνιση.


Ομολογώ ότι διαβάζοντας γι’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο, που ο κόσμος τον κοροΐδευε, τον ειρωνευόταν και τον έλεγε «τρελό», που τον αντιμετώπιζε περίπου ως γραφικό και θρησκόληπτο, κι ακόμα ίσως ενοχλητικό για πολλούς, συγκλονίστηκα από τα χαρίσματά του που επιμελώς τα απέκρυβε, και κυρίως από την προορατική του δύναμη. Όταν όλοι ανησυχούσαν το 1964 για μια ενδεχόμενη εισβολή της Τουρκίας, αυτός έβλεπε καθαρά ότι οι Τούρκοι θα έρθουν αργότερα κι εμείς θα φύγουμε, ενώ εκείνος θα έμενε. «Θα μαυροφορήσει όλη η Κύπρος και θα γυρεύετε την πιο μικρή σπηλιά, την πιο μικρή τρύπα να τρυπώσετε. Θα γίνει μεγάλο κακό στην Κύπρο. Εσείς θα φύγετε, εγώ όμως θα μείνω».


Σε άλλη περίπτωση τους ανέφερε: «Οι Τούρκοι θα έρθουν, αλλά δεν θα έρθουν τώρα, μετά θα έρθουν και θα πάρουν την Κύπρο τη μισή». Πραγματικά, είχε πληροφορίες πολλές από την Παναγία, όπως πληροφορήθηκε και για τον θάνατό του, στις 10 Οκτωβρίου 1969.



Εκείνο, όμως, που κέρδισα, διαβάζοντας γι’ αυτόν τον όσιο Γέροντα είναι η βεβαιότητα ότι θα επιστρέψουμε πίσω στον τόπο μας, όταν μετανοήσουμε και έρθουμε πιο κοντά στον Θεό. Εξάλλου, το είπε ξεκάθαρα στους δικούς του: «Και τότε θα αφήσετε τα σπίτια σας όπως είναι και θα φύγετε. Θα πέφτετε ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς να πειράζει όμως ο ένας τον άλλον. Μετά ο κόσμος θα αμαρτήσει. Θα αργήσετε λίγο να έρθετε πίσω. Όταν θα έρθετε πίσω, τότε θα είναι τα κλάματά σας. Τότε θα δώσει νόηση στον κόσμο ο Θεός, να καταλάβει τον δρόμο τον ορθό ποιος είναι. Πολλοί Τούρκοι από τα έργα τα καλά, θα γίνουν χριστιανοί. Ο κόσμος θα περπατά με το κεφάλι σκυφτό. Η Κύπρος θα ελευθερωθεί από μόνη της, χωρίς να τη βοηθήσει κανένας».


Σε κάποια άλλη ευκαιρία, τόνισε τα εξής: «Θα έρθει μια ώρα που θα τρέχετε σαν τις καμήλες, θα φοβάστε να κοιτάξετε πίσω σας. Εκεί που θα πάτε, θα νομίζετε πως πήγατε στο πανηγύρι. Ούτε θα πεινάσετε ούτε θα διψάσετε. Πολλά κράτη θα ενδιαφερθούν, αλλά οι Τούρκοι θα είναι ανένδοτοι. Όμως, θα έρθει η ώρα που θα ξαναρθείτε στα σπίτια σας. Την ώρα αυτή που θα έρθετε, θα πέσετε κατά γης, θα ταπεινωθείτε».


Και συνέχισε, απαντώντας στον γιο του Αντωνή: «Θα έρθετε. Θα το θελήσει η Παναγία και θα έρθετε, αλλά σας το ξαναλέω ότι θα ταπεινωθείτε, θα πέσετε καταγής. Ο Θεός γνωρίζει πότε θα σας ελευθερώσει, όταν θα είσαστε εντάξει μεταξύ σας».


Με εντυπωσίασε κάτι που είπε στον μεγαλύτερο γιο του: «Το χωριό μας μια μέρα θα δοξαστεί.Θα δοξαστεί το όνομα του Κυρίου». Αυτή η πρόβλεψη μού δημιουργεί πολλές σκέψεις. Ίσως θα πρέπει να περιμένουμε θαύματα από αυτόν τον άγιο άνθρωπο του θεού, που υπέμενε τους χλευασμούς και απαντούσε με προσευχή για τους υβριστές να τους ελεήσει ο Θεός, λέγοντας στον πατέρα Παρασκευά, τον θεολόγο μας: «Τον Χριστό τον κοροΐδευαν πάνω στον σταυρό αλλά και παντού, και όμως είναι ο Σωτήρας του κόσμου».


Στον ιερέα π. Αντρέα, τον νεαρότερο του χωριού, μια Κυριακή του 1968, είπε μετά το τέλος της θείας λειτουργίας: «Παπά, σύντομα θα μείνουν πολλές εκκλησιές ανοικτές και θα μπαίνουν κοπάδια μέσα».


Ένα στοιχείο από τη ζωή του που με στεναχώρησε είναι που του απαγόρευσαν από την Αρχιεπισκοπή να κοιμάται μέσα στην εκκλησία του μοναστηριού της Παναγίας της Αυγασίδας, όπως του υπέδειξε, όπως φαίνεται, η ίδια η Παναγία. Έτσι, του πήραν τα κλειδιά της εκκλησίας και κοιμόταν έξω από τον ναό. Όμως, από τη στενοχώρια του «δεν έπαιρνε ούτε φαΐ ούτε νερό, και ήταν εξαντλημένος». Έτσι, με το ζόρι τον πήγαν στο σπίτι για να τον περιποιηθούν. Όταν ήταν έξω από την εκκλησία, μόνο ένας Τουρκοκύπριος τον επισκέφτηκε και προθυμοποιήθηκε να του πάρει ό,τι χρειαζόταν, αλλά αυτός του ζήτησε μόνο νερό.


Δεν θα μπορούσα να παραλείψω το οσιακό τέλος του Γέροντα αυτού που από τις 25 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 10 Οκτωβρίου που μακαρίστηκε, δεν έβαλε τροφή στο στόμα του, παρά μόνο τρία κουταλάκια τσάι, μετά από πολλές πιέσεις, για να τους κάνει το χατίρι. Η μόνη αξίωση που είχε από τα παιδιά του ήταν να τον πάρουν στο μοναστήρι να κάνει μπάνιο μέσα στο αγίασμα, γιατί ήξερε ότι ήρθε η ώρα του.


Γι’ αυτό ζήτησε από τον γιο του τον Αντωνή να του φέρει το κλειδί της Αυγασίδας από τον πατέρα Ανδρέα, ο οποίος, παρόλο που είχε ρητές εντολές από την Αρχιεπισκοπή να μην το δώσει το κλειδί, τελικά του το πήγε ο ίδιος, όπως διέταξε ο παππούς, λέγοντας: «Έλα Χατζή και σου το έφερα και ό,τι θέλεις να μου πεις να σου το κάνω». Τότε, ο παππούς του ζήτησε να το αφήσει μέσα στην κούπα με το νερό. Μετά από λίγο σκούπισε το κλειδί και είπε με τη χαμηλή κι αδύνατη φωνή του στον ιερέα: «Δάσκαλε, εγώ δεν μπορούσα να πάω και να μην πάρω το κλειδί τούτο. Αυτό είναι το κλειδί της Κύπρου». Είναι και αυτή μια φράση που δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, όμως σίγουρα δεν έλεγε ποτέ άστοχα λόγια.


Στις 9 Οκτωβρίου, του Αγίου Ανδρονίκου, τον μετάφεραν στη μονή της Παναγίας της Αυγασίδας που τόσο επιθυμούσε και πέρασε τη νύκτα ξαπλωμένος μπροστά από την εικόνα της Παναγίας. Το πρωί τον κοινώνησαν και του έκαναν Άγιο Ευχέλαιο. Μόλις τελείωσε το Άγιο Ευχέλαιο μπήκε μέσα στην εκκλησία ο γιος του Γιακουμής που είχε πάει στην Αγγλία για θεραπεία και ο παππούς τους είπε να του τηλεφωνήσουν να έρθει και δεν έχει τίποτε. «Ο παππούς τότε έκανε να τον αγκαλιάσει, πέρασε το χέρι πάνω από τον ώμο του, και όπως το προείπε ξεψύχησε, αφού περίμενε να δει τον γιο του. Ήταν το πρωινό της Παρασκευής, 10 Οκτωβρίου του 1969».


Ο θεολόγος μας πατήρ Παρασκευάς, τότε είπε στον επικήδειό του: «Έχει έναν Άγιο η Μηλιά.»


Έγραψα αυτό το κείμενο για να μοιραστώ τη συγκίνηση που ένιωσα, διαβάζοντας για έναν σύγχρονο Γέροντα, που έμαθε σαν άλλος Μακρυγιάννης λίγα γράμματα σε μεγάλη ηλικία για να διαβάζει τα θρησκευτικά βιβλία, που έζησε ζωή πολύ ασκητική, ζωή μεγάλης εγκράτειας, νηστείας, προσευχής και αγρυπνίας. Η μεγάλη αγάπη του στον Χριστό και η αφοσίωσή του στην Παναγία μας, τον έκαναν άνθρωπο μεγάλης άσκησης και πνευματικού αγώνα, που προφήτευε τα μέλλοντα και με την όλη βιοτή του έγινε πρότυπο χριστιανού. Γι’ αυτό και οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν και τα σοφά λόγια του τους φαίνονταν εξωπραγματικά.


Επιπλέον, νιώθω ότι εδώ έχουμε το παράδειγμα ενός πολύ πνευματικού ανθρώπου που ζούσε μέσα στον κόσμο, απέκτησε έξι παιδιά, κι όμως έγινε σκεύος εκλογής του θεού, έγινε Άγιος. Έτρωγε πολύ λίγο, λίγα χόρτα και ψωμί, μαζί με φρούτα, κοιμόταν ελάχιστα, και εργαζόταν πολύ. Μάλιστα, βοηθούσε και τους άλλους στις δουλειές τους αμισθί. Όσο ζούσε, ένιωθε θλίψη για την απομάκρυνση του κόσμου από τον Θεό, ενώ ο ίδιος είχε το πένθος της μετάνοιας και την αίσθηση ότι ήταν αμαρτωλός. Γι’ αυτό και είχε συνέχεια δάκρυα και συμβούλευε τους ανθρώπους και στα γύρω χωριά να μετανοήσουν και να έρθουν κοντά στον Χριστό. Κυρίως, τόνιζε σε όλους να πηγαίνουν την Κυριακή στη Θεία Λειτουργία, ενώ ο ίδιος καθημερινά καθάριζε τις εκκλησίες και βοηθούσε με προθυμία τους ιερείς στα καθήκοντά τους.


Ας έχουμε την ευλογία του παππού Χατζηφλουρέντζου, αυτού του Αγίου της Μηλιάς και ας πιστέψουμε στα λόγια του ότι θα μας λυπηθεί ο Θεός και θα γυρίσουμε πίσω στα σπίτια μας. Φτάνει να ακολουθούμε τον δρόμο του θεού και να αγαπούμε τον άλλο άνθρωπο. Ας εχουμε την ευ
χη του

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ο κυρ - Κωστής Ιωάννου, ο εύχαρις - Mr. Kostis Ioannou, the graceful





«Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών», (Ψαλμ. 83, 11).

Εξελέξατο παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού ο κυρ- Κωστής Ιωάννου Χριστοδούλου προ τριακονταετίας και πλέον. Έκτοτε παραμένει ερριμμένος εκεί, δηλαδή στο ναό του Αγίου Γεωργίου του χωριού Πενταλιά στη Πάφο. Για τόσα συναπτά έτη διακινείται εντός του ναού ώσαν να είναι το σπίτι του, εισέρχεται και εξέρχεται και νομήν ευρίσκει, και τρέφεται η ψυχή του και ο νους του και η καρδία του και η σάρκα του και τα κόκκαλά του.

Και στέκει στα πόδια του ευσταλώς, όντας σχεδόν εκατονταετής και κινείται ρυθμικώς, χαριέντως, με φυσική απλότητα και ευκολία, με ευλάβεια όπου και αν ευρίσκεται : εντός ή εκτός του ναού, στο καφενείο ή στη στράτα, στο σπίτι του, όταν τρώει και όταν ομιλεί. Στο ανάστημα είναι μέτριος, εύχαρις, λίγο σκυφτός, αλλ΄ ευκίνητος.

Το πρόσωπόν του ωραίον, όταν ησυχάζει, σκυθρωπόν. Όταν σε κοιτάζει, αγάλλεται. Τα μάτια του μικρά, γελαστά, ζωηρά. Μικρό μουστάκι και κάτασπρα κοντά μαλλιά. Ενδύεται, συνήθως, μπλε πουκάμισο, μακρυκάβαλη βράκα και σάκκο. Εις το όλο σχήμα είναι σεμνός και ευσυμπάθητος.

«Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσι μοι εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλ. ρκα', 1), είπε ο προφητάναξ. Με τίποτε άλλο δεν ευφραίνεται τόσον ο Κωστής παρά με το να του ζητούμε να οδεύσωμεν στην εκκλησία του Μεγαλομάρτυρος. Τότε ευφραίνεται η καρδία του και το πρόσωπο του αγλαΐζεται έσωθεν, λαμβάνει την κλείδα του ναού και ευρύθμως οδεύει στον αγαπημένο του τόπο, στην ιερή υπηρεσία.

Ο Κωστής Ιωάννου έτυχε δεξιάς φύσεως, όθεν από μικρός έπαιρνε τα γράμματα και καλλιγράφος εχρημάτισε. «Στο γραψίμι μου ήμουν από τους σπάνιους», λέγει, «καλλιγραφικά, είχα τέτοια μανία πάνω στα γράμματα... Τα καλά πράγματα έχω τα μεγάλην ευχαρίστηση. Είτα εξ ανάγκης έγινα καλλιγράφος της γης, ήγουν ζευγολάτης».

Ενυμφεύθη, απέκτησε παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα... Εφθασε στο ενενηκοστό ένατο έτος του και ακόμη μπαινοβγαίνει στο ναό του Αγίου και λέγει «μέσα σε τούτη την μάντρα που βρεθήκαμεν η εκκλησία εν΄το φως μας. Λαλεί μου ένας, μα ίντα πας στην εκκλησία; Λαλώ του : Μα ...άλλον να σε δω και να συντύχωμεν κι άλλον ν΄ακούσω πως υπάρχεις».

Εκ τούτου, φαίνεται, ότι ο γέρων Κωστής ξέρει να συντυχάνει μετά των αγίων και του Θεού. Μάλιστα μια νύχτα, τη μοναδική που δεν άναψε την καντήλα, του εσύντυχεν ο Άγιος Γεώργιος και του είπε αυστηρά : «Δεν άναψες απόψε την καντήλα μου. Για νάρχεσαι τακτικά, για να παραιτήσεις». « Κι έτσι πάω τακτικά, βρέχει, χιονίζει, πρέπει να πάω, κάθε μέρα, κάθε νύκτα, τακτικά! Ώσπου ζω, φαίνεταί μου, και διακινούμαι, θα πηαίνω». Έλπίζω στον Άγιο Θεό, δοξάζω τ΄όνομα Του και τη χάρη Του. Παρακαλώ Τον την νύκτα να μην αρρωστήσω, να μου χαρίζει την υγείαν να πράξω ότι μπορώ, να μην πάω έτσι αμαρτωλός. Και φαίνεται μου, ότι ώσπου υπηρετώ την εκκλησία δεν πεθανίσκω...».

Πώς θα μπορούσε αλήθεια, να υπάρξει θάνατος γι' αυτόν που πέθανε ήδη μέσα στην εκκλησία; Γι' αυτό ελέχθη ότι ο κυρ- Κωστής Ιωάννου «ουκ αποθνήσκει, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την Ζωήν».

Από το βιβλίο του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα «περί ΥΣΥΧΙΑΣ λόγοι επτά»


Ἡ προσβολὴ τῆς ἀπογνώσεως καὶ ἡ ἰατρεία της. Ἡ προσβολὴ τῆς κενοδοξίας καὶ ἡ ἰατρεία της. Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.






Ἡ προσβολὴ τῆς ἀπογνώσεως καὶ ἡ ἰατρεία της.

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης
Ἡ δεύτερη προσβολὴ μὲ τὴν ὁποία ὁ πονηρὸς προσπαθεῖ ἐντελῶς νὰ μᾶς καταβάλλῃ, εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς προξενεῖ μὲ τὴν ἐνθύμησι τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ νὰ γκρεμισθοῦμε στὸν βυθὸ τῆς ἀπογνώσεως καὶ τῆς ἀπελπισίας. 
Ἐσὺ λοιπόν, ἀδελφέ μου, καὶ στὸν κίνδυνο αὐτόν, κράτησε τὸν ἑαυτό σου σταθερὸ σ᾿ αὐτὸν τὸν βέβαιο κανόνα, δηλαδὴ ὅτι ἡ ἐνθύμησις τῶν ἁμαρτιῶν μας τότε εἶναι ἀπὸ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποσκοπεῖ στὴ σωτηρία μας, ὅταν σὲ ταπεινώνῃ καὶ σὲ κάνῃ νὰ αἰσθάνεσαι πόνο στὴν καρδιὰ καὶ λύπη, διότι λύπησες τὸν Θεό, καὶ ὅταν σὲ κάνῃ νὰ ἔχῃς ἐλπίδα καὶ θάρρος στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ὅμως ἡ ἐνθύμησις αὐτὴ σὲ ἐνοχλῇ καὶ σὲ ὁδηγῇ σὲ ἀπιστία καὶ μικροψυχία καὶ σὲ κάμνει νὰ σκέπτεσαι ὅτι εἶσαι κολασμένος καὶ ὅτι γιὰ σένα δὲν ὑπάρχει πλέον καιρὸς σωτηρίας, γνώριζε ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Γι᾿ αὐτὸ ταπεινώσου καὶ ἔλπιζε περισσότερο στὸν Θεό. Καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν θὰ νικήσῃς τὸν ἐχθρὸ μὲ τὰ ὅπλα του καὶ θὰ δοξάσῃς τὸν Θεό.
Ναί, πρέπει ἀδελφέ, νὰ λυπᾶσαι κάθε φορὰ ποὺ θυμᾶσαι τὶς ἁμαρτίες σου καὶ νὰ πονᾷς ποὺ ἔχασες τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὅμως νὰ ἔχῃς θάρρος στὸ πάθος του καὶ νὰ ζητᾷς συγχώρεσι. Ἀκόμη ἂν σοῦ φαίνεται ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σοῦ λέγει ὅτι δὲν εἶσαι ἀπὸ τὰ πρόβατά του, ἐσὺ μὲ κανένα τρόπο δὲν πρέπει νὰ χάσης τὴν ἐλπίδα καὶ τὸ θάρρος ποὺ ἔχεις σ᾿ αὐτόν, ἀλλὰ ταπεινὰ νὰ τοῦ λέγῃς: «Ναί, ἔχεις δίκαιο, Θεέ μου, νὰ μὲ ἀποδοκιμάσης γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου. Ἀλλὰ ἐγὼ ἔχω μεγαλύτερο θάρρος στὴν εὐσπλαγχνία σου ὅτι θὰ μὲ συγχωρέσῃς.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ζητῶ ἀπὸ σένα τὴν σωτηρία αὐτοῦ τοῦ ταλαιπώρου πλάσματός σου, τὸ ὁποῖο καταδικάσθηκε βέβαια ἀπὸ τὴν κακία του, ἀλλὰ λυτρώθηκε μὲ τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου αἵματός σου. Θέλω, λυτρωτά μου, νὰ σωθῶ, γιὰ δόξα δική σου μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀμέτρητης εὐσπλαγχνίας σου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀφήνομαι ὅλος στὰ χέρια σου καὶ ἂς γίνῃ σ᾿ ἐμένα ὅ,τι σοῦ εἶναι ἀρεστό. Διότι ἐσὺ εἶσαι ὁ μόνος μου Κύριος. Κι ἂν ἀκόμη μὲ θανατώσῃς, ἐγὼ στηρίζω σὲ σένα τὶς ζωντανές μου ἐλπίδες».



Ἡ προσβολὴ τῆς κενοδοξίας καὶ ἡ ἰατρεία της

Ἡ τρίτη προσβολὴ εἶναι τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ἐκτιμήσεως μὲ τὴν ὁποία ἔχεις ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό σου καὶ στὰ ἔργα σου γιὰ νὰ σωθῇς. Γι᾿ αὐτὸ πάντοτε καὶ ἰδιαίτερα ἐκείνη τὴν τελευταία ὥρα τοῦ θανάτου μὴν ἀφήσῃς τὸν νοῦ σου νὰ σκεφθῆ οὔτε τὴν παραμικρὴ ἐκτίμησι τοῦ ἑαυτοῦ σου, οὔτε τῶν ἔργων σου, κι ἂν ἀκόμη κατώρθωσες ὅλες τὶς ἀρετὲς τῶν ἁγίων.
Ἀλλὰ ἡ ἐκτίμησί σου ἂς εἶναι στὸν Θεὸ ἐλπίζοντας καθαρὰ στὴν εὐσπλαγχνία του καὶ στὰ ἔργα τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ πάθους του γιὰ νὰ σωθῇς. Πάντοτε μπροστὰ στὰ μάτια σου νὰ ξευτελίζῃς τὸν ἑαυτό σου, μέχρι τὴν τελευταία σου ἀναπνοή. Κι ἂν τύχη νὰ σκεφθῇς κάποιο καλό σου ἔργο, ἀναγνώριζε μόνο τὸν Θεό, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι ποὺ τὸ ἔκανε καὶ ὄχι ἐσύ, καὶ ὅτι προῆλθε ἀπὸ ἐκεῖνον μόνον.
Νὰ προστρέχῃς, ναί, στὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ νὰ μὴν περιμένῃς νὰ τὴν λάβης τάχα ἐπειδὴ τὸ ἀξίζεις καὶ γιὰ τοὺς πολλούς σου καὶ μεγάλους ἀγῶνες ποὺ ἔκανες καὶ νίκησες. Στάσου πάντοτε σὲ ἕναν ἅγιο φόβο, ὁμολογώντας εἰλικρινὰ ὅτι ὅλες σου οἱ προβλέψεις καὶ οἱ προμήθειες καὶ ὅλοι οἱ κόποι καὶ οἱ ἀγῶνες σου θὰ ἦταν μάταιοι, ἂν δὲν βοηθοῦσε καὶ ἂν δὲν τοὺς ἔπαιρνε ὁ Θεὸς κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰ τῶν πτερύγων του· νὰ ἔχῃς ὅλη σου τὴν ἐλπίδα μόνο στὴν ὑπεράσπισί του.
Ἂν ἀκολουθῇς αὐτὲς τὶς παραγγελίες, δὲν θὰ μπορέσουν οἱ ἐχθροὶ νὰ φανοῦν ἀνώτεροι ἀπὸ σένα κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ θὰ σοῦ ἀνοιχθῆ ὁ δρόμος γιὰ νὰ περάσης μὲ χαρὰ ἀπὸ τὴν γῆ καὶ τὴν ἐξορία αὐτὴ στὴν ἐπουράνια Ἱερουσαλήμ, στὴν γλυκειὰ πατρίδα. Βλέπε καὶ τὸ λβ´ κεφάλαιο τοῦ α´ μέρους, ὅπου θὰ βρῇς ἐκτενέστερα τὴν ἰατρεία τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφανείας.


αναδημοσίευση απο http://hristospanagia3.blogspot.com/2012/09/blog-post_4819.html?utm_source=BP_recent

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η αγιασμένη κόρη που ζήτησε να πάρει την αρρώστια του πατέρα της



Στη φωτογραφία: η μητέρα (ως λαϊκή) και η οσία Ειρήνη Μυρτιδιώτισσα.

Η Ειρήνη Πατέρα γεννήθηκε το 1939 και ήταν κόρη των εφοπλιστών Πανάγου και Αικατερίνης Πατέρα. Η οικογένειά της, αν και οικογένεια εφοπλιστών, ήταν πολύ πιστοί χριστιανοί και η Ειρήνη κληρονόμησε την πίστη και την καλοσύνη των γονιών της από πολύ μικρή. Ταπεινή και σεμνή, απόχτησε αγάπη για όλους τους ανθρώπους, αλλά και της άρεσε να προσεύχεται και να πηγαίνει στην εκκλησία, αλλά και να διαβάζει ορθόδοξα βιβλία, από βίους αγίων μέχρι τους Χαιρετισμούς της Παναγίας κ.τ.λ.
Έτσι, γνώρισε από μικρή τη σοφία των αγίων διδασκάλων της Ορθοδοξίας και έγινε κι η ίδια σοφή, ενάρετη και υπεύθυνη. «Ξεχώρισε από τ’ αδέλφια της και τ’ άλλα παιδιά της ηλικίας της. Είχε πολλή υπακοή στους γονείς της και με τη μητέρα της τη συνέδεε βαθύς και δυνατός πνευματικός δεσμός. Στο σχολείο ήταν συνεπής και επιμελής στα μαθήματά της. Την διέκρινε πνεύμα θυσίας, υπομονή και σοβαρότητα, ενώ στα θέματα της πίστεως είχε το θάρρος των ομολογητών. […] Όταν την έβλεπες, ειρήνευες, όποια στενοχώρια κι αν είχες» (από αφιέρωμα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου, τ. 15, Σεπτ.-Δεκ. 2005, σελ. 29).
Το 1952 ο πατέρας της αρρώστησε από τη νόσο του Hodgkins. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, η κατάστασή του ήταν κρίσιμη. Τότε η Ειρήνη άρχισε να παρακαλεί κρυφά το Θεό να πάρει εκείνη την ασθένεια του πατέρα της.
Η επιθυμία της εκπληρώθηκε και αρρώστησε και η ίδια από τη νόσο του Hodgkins. Ο γιατρός της οικογένειας δρ Rhor από τη Ζυρίχη είπε: «Σε 10.000 οικογένειες δεν το έχω συναντήσει αυτό, δηλ. την ίδια αρρώστια Hodgkins σε δύο πρόσωπα της ίδιας οικογένειας. Δεν είναι κληρονομική, ούτε μεταδοτική και ομολογώ ότι, αν ποτέ μου ζητούσαν την προσωποποίηση της υγείας, θα έστελνα της φωτογραφία της Ειρήνης».
Η έφηβη κοπέλα αντιμετώπισε την αρρώστια τους για πέντε χρόνια με γενναιότητα αγίου μάρτυρα. Οι γονείς της την πήγαν στην Ελβετία για θεραπεία κι εκείνη έλεγε στη μητέρα της:
«Αχ, μανούλα μου, τι θ’ ακούσω εγώ από το Χριστό μας… Ξέρεις τι θα μου πει μόλις με δει; “Εσύ απόλαυσες στη γη τα αγαθά σου”… Μανούλα μου, εγώ μόλις αρρωστήσω, αμέσως αεροπλάνο και στην Ελβετία. Η δεσποινίς Πατέρα από δω, η δεσποινίς Πατέρα από κει. Καθαρά σεντόνια, καλό κρεβάτι, τα καλύτερα φάρμακα, η πιο τέλεια θεραπεία. Μανούλα μου, δεν θυμάσαι όταν πηγαίναμε επισκέψεις στα νοσοκομεία στην Ελλάδα και βλέπαμε τους ασθενείς στους διαδρόμους και φωνάζανε “νοσοκόμα, νοσοκόμα” και δεν τους έδινε κανείς σημασία; Εκείνοι δεν ήταν άνθρωποι; Τι λόγο θα δώσω εγώ;».
Η Ειρήνη ήθελε να γίνει μοναχή, αλλά ένιωθε ανάξια και αμαρτωλή. Ζούσε όμως σαν μοναχή, φορώντας φτωχά και σκούρα ενδύματα, ενώ τα ακριβά και όμορφα ρούχα της, μαζί με τσάντες, παπούτσια κ.τ.λ., τα δώρισε όλα σε φτωχούς. Και έλεγε στη μητέρα της: «Μανούλα μου, με 6 δραχμές τον πήχυ φτάνει να ντυθούμε. Τα υπόλοιπα είναι περιττές σπατάλες και φαντασίες».
Κατά το διάστημα αυτό εξομολογούνταν στον Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο (1884-1980), ενώ επισκεπτόταν και το Γέροντα Ιερώνυμο της Αίγινας. Είχε δηλαδή πνευματική σχέση με δύο από τους σημαντικότερους αγίους ορθόδοξους διδασκάλους της εποχής της. Η οικογένειά της, επίσης, είχε στενές επαφές με πνευματικούς ανθρώπους όπως ο Φώτης Κόντογλου, ο άγιος ιεροκήρυκας ΔημήτριοςΠαναγόπουλοςκαι η σύζυγός του Αγγελική, ο Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης κ.ά. Ο Κόντογλου αγιογράφησε και το παρεκκλήσι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου που ίδρυσαν στο σπίτι τους, στο Παλαιό Ψυχικό, ενώ παρέδωσε και μερικά μαθήματα αγιογραφίας στην Ειρήνη. Αυτό το σπίτι «ήταν για πολλά χρόνια μια πνευματική όαση και τόπος παραμονής και φιλοξενίας πολλών πνευματικών ανθρώπων, κληρικών και λαϊκών»(ό.π.).
Τον Οκτώβριο του 1960, σε ηλικία 21 ετών, η άρρωστη κοπέλα, που ήδη ζούσε σαν ασκήτρια έχοντας διαμορφώσει σαν καλογερικό κελί το δωμάτιό της, έγινε μοναχή από το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο. Έλαβε το όνομα Ειρήνη Μυρτιδιώτισσα, λόγω της μεγάλης αγάπης της προς τη συγκεκριμένη ιστορική και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.
Κατά τη διάρκεια της κουράς της (της τελετής, με την οποία έγινε μοναχή στο παρεκκλήσι του σπιτιού τους) η υγεία της βελτιώθηκε εκπληκτικά, βελτίωση που διατηρήθηκε περίπου ένα μήνα. Όμως τέλη Νοεμβρίου του ίδιου έτους η υγεία της επιδεινώθηκε. Μεταφέρθηκε στην κλινική «Τίμιος Σταυρός», όπου πέρασε με ηρωική αντοχή, αλλά και συνεχή προσευχή, τις τελευταίες μέρες της γήινης ζωής της. Στις 26 Νοεμβρίου 1960, αφού είχε λάβει τη θεία μετάληψη και βρισκόταν σε αναμονή του γεγονότος, κοιμήθηκε.
«Και τώρα τι να ψάλουμε, νεκρώσιμη ή αναστάσιμη ακολουθία;» αναρωτήθηκε ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, καθώς οι παρευρισκόμενοι, ακόμη και οι γονείς της, ένιωθαν μια ανεξήγητη γαλήνη και τη βεβαιότητα πως η αγνή αυτή πνευματική αγωνίστρια ταξίδευε προς το Φως του Χριστού. Η μοναχή Ειρήνη Μυρτιδιώτισσα ετάφη με τον τρόπο των μοναχών, χωρίς φέρετρο (κατευθείαν στο χώμα), στο κοιμητήριο τηςμονής αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, οικισμού Παπάγου,πρώην Χολαργού.

Το άφθαρτο σώμα της
Το μοναστήρι του Ευαγγελισμού στις Οινούσσες.

Τρία χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1963, έγινε η εκταφή της, δηλ. η ανακομιδή των λειψάνων της.
Προς έκπληξη όλων, το σώμα της ανακαλύφθηκε άφθαρτο, όπως του αγίου Σπυρίδωνα, του αγίου Γεράσιμου και άλλων μεγάλων αγίων της Ορθοδοξίας. Μεταφέρθηκε με ευλάβεια στο σπίτι της οικογένειάς της και τοποθετήθηκε στο κρεβάτι του κελιού της, όπου ευωδίασε μυστηριωδώς. Ενημερώθηκε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, ο οποίος έδωσε εντολή να μεταφερθεί στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που είχε χτιστεί από τους γονείς της στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, τις Οινούσσες. Εκεί, με την άδεια του μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου, που ήταν τοποτηρητής της αρμόδιας μητρόπολης Χίου, τοποθετήθηκε σε λάρνακα και εναποτέθηκε ως ιερό λείψανο σε παρεκκλήσι της μονής.
Πέντε χρόνια αργότερα όμως, η μονή κατηγορήθηκε έντεχνα ότι διατηρεί «άταφο πτώμα» και το εκθέτει σε κοινή θέα προς κίνδυνο της δημόσιας υγείας. Για το λόγο αυτό, το σκήνωμα της οσίας εξετάστηκε από το νομίατρο Χίου και από το γιατρό Αλέξανδρο Καλόμοιρο.
Ο νομίατρος αποφάνθηκε ότι το σώμα «εταριχεύθη ατελώς δι’ αγνώστου υμίν τρόπου». Ο γιατρός Καλόμοιρος σε δικό του δημοσίευμα αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ταρίχευση αλλά πρόκειται περί θαύματος. Στον ισχυρισμό αυτό συνηγόρησαν και όλοι όσοι παρευρέθηκαν στο διάστημα από την κοίμηση μέχρι την κηδεία της Ειρήνης (που έγινε το απόγευμα της ίδιας μέρας), ανάμεσα στους οποίους και ο Ελβετός γιατρός Walter Bessler, που είχε έρθει από την Ελβετία ειδικά για να παρασταθεί στην τελευταία φάση της ασθένειάς της.
Ο Γέροντας Φιλόθεος έγραψε ότι δεν πρόκειται περί «άταφου πτώματος», αφού η οσία μοναχή ετάφη κανονικά, αλλά για ιερό λείψανο, που ο Θεός παραχώρησε να ανακαλυφθεί άφθορο.
Ωστόσο, η μητρόπολη Χίου έδωσε εντολή να ταφεί εκ νέου, κι έτσι τοποθετήθηκε στον οικογενειακό τάφο των δικών της, όπου μάλλον παραμένει μέχρι σήμερα.

Το οσιακό τέλος των γονιών της

Ο Πανάγος Πατέρας, ο πατέρας της Ειρήνης Μυρτιδιώτισσας, πάλεψε κι εκείνος την ασθένειά του μέχρι το 1966. Στη συνέχεια, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 66 ετών. Τρία χρόνια πριν την κοίμησή του είχε γίνει μοναχός με το όνομα Ξενοφών. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και η σύζυγός του, που έγινε μοναχή με προτροπή του Γέροντα Ιερώνυμου της Αίγινας, με το όνομα Μαρία Μυρτιδιώτισσα.
Παραθέτουμε από σχετικό άρθρο στο διαδίκτυο 
«Η  μακαριστή  Γερόντισσα  έζησε  και  άλλες  πίκρες.  Όλη  της  η  ζωή  ήταν  γεμάτη πόνο.  Το  1978  πέθανε  η  άλλη  της  κόρη,  η  Καλλιόπη,  παντρεμένη  με  τρία  παιδιά,  στο  Λονδίνο.  Και  το  έτος  1983  ο  γιός  της  Διαμαντής,  σε  νεότατη  ηλικία, από  καρδιακή  προσβολή.
Η  Γερόντισσα  υπέμεινε  τα  πάντα  και  το  μόνο  που  ψιθύριζε  το  στόμα  της  ήταν το  “Δόξα  σοι  ο  Θεός”.
Η  μορφή,  το  έργο  και  η  δράση  της  μακαριστής  Γερόντισσας  Μαρίας-Μυρτιδιώτισσας  Πατέρα  θα  μείνει  στην  ιστορία  του  τόπου  αλλά  και  της  Εκκλησίας  με  γράμματα  χρυσά,  ανεξίτηλα  στο  διάβα  των  αιώνων.
Η  Γερόντισσα  ήταν  αυστηρή  Μοναχή  για  τον  εαυτό  της  και  πρώτη  απ’ όλες  τις  Μοναχές  έδινε  το  καλό  παράδειγμα  στην  προσευχή,  τη  μελέτη,  την  άσκηση.
Με  την  Ιερή  της  σοφία  οδήγησε  πολλούς  χριστιανούς  στο  σωστό  δρόμο  και  έσωσε  άλλους  από  σίγουρο  ψυχικό  μαρασμό.
Ήταν  φιλόξενη,  ελεήμων,  στοργική  και  γενναία.
Δωρεές  της,  αρκετών  εκατοντάδων  εκατομμυρίων  δραχμών  έγιναν  από  την  ίδια  και  όταν  ήταν  λαϊκή  μα,  κυρίως,  ως  Ηγουμένη.
Τα  νοσοκομεία  των  Αθηνών,  όπως  το  Γενικό  Νοσοκομείο  Άνω  Πατησίων,  το  Αντικαρκινικό (Αγ.  Σάββας),  ο  Ευαγγελισμός,  το  νοσοκομείο  της  Χίου,  κ.α.  έτυχαν  τέτοιων  δωρεών.
Εκατοντάδες  άπορες  οικογένειες  βοηθήθηκαν  να  σπουδάσουν  τα  παιδιά  τους,  να  παντρέψουν  τις  κόρες  τους,  να  βρουν  στέγη  και  δουλειά.
Καλές  πράξεις  ανθρωπιάς “ων  ουκ  έστιν  αριθμός”,  αναρίθμητες,  που  μόνον  οι  οφθαλμοί  του  Θεού  γνωρίζουν.
Αυτή  ήταν  η  μακαριστή  Γερόντισσα  που  σήμερα (από το 2005) αναπαύεται στην  Ιερά  Μονή της,  πλάι  στον  σύζυγό  της  Μοναχό  Ξενοφώντα,  τη  θυγατέρα  της  Μοναχή  Ειρήνη-Μυρτιδιώτισσα,  τα  υπόλοιπα  παιδιά  και  τους  γονείς  της.  Αγία  Οικογένεια.»

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Σ' ευχαριστώ Ουράνια μανούλα όλων μας!




Πριν από λίγο καιρό, η κόρη μου φοβόταν να κοιμηθεί τα βράδια, με ρωτούσε συνεχώς αν υπάρχουν φαντάσματα κ.λπ. Η αλήθεια είναι ότι είχα ανησυχήσει, γιατί πολλές φορές ξημερωνόταν με το φόβο αυτό αλλά και δε μπορούσα να κάνω κάτι γιατί τις νύχτες αποκοιμόμουν τις περισσότερες φορές από την κούραση της ημέρας. Της έδωσα λοιπόν μια εικονίτσα πλαστική της Παναγίας μας και της είπα να την βάλει κάτω από το μαξιλάρι της. Το επόμενο πρωί ήρθε και με ρώτησε: "Μαμά ,γιατί όλη τη νύχτα ερχόσουν και με χάιδευες στο μάγουλο;". Καταλαβαίνετε την έκπληξη που ένιωσα, αφού εγώ δεν είχα κάνει κάτι τέτοιο! Ήταν η Παναγιά μας, που αγαπάει και προστατεύει όλα τα παιδιά του κόσμου... Αυτό μόνο σκέφτηκα και ευχαρίστησα την Ουράνια Μητέρα μας συγκινημένη..

Περί μετανοίας


Ακούμε πολλές φορές ανθρώπους να λέγουν: «Μα είμαι αμαρτωλός και ο Θεός δεν μου ακούει», «μα είμαι αμαρτωλός και δεν έχω θάρρος και δεν τα καταφέρνω· είμαι ανάξιος». Όλα αυτά είναι προφάσεις από τα δεξιά, ενώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο Θεός ήρθε για τους αμαρτωλούς. Δεν τίθεται θέμα αναξιότητος. Όσο πιο ανάξιος είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο πολύ ανάγκη έχει να καταφεύγη στον Θεό. Και αυτούς πιο πολύ ο Θεός «προσίεται», γιατί όπως είπε, ήρθε για τους ασθενείς όχι για τους υγιείς.

Επομένως αυτό στην πρακτική μορφή είναι πολύ χρήσιμο, να μένη ο άνθρωπος μετά το λάθος και να μην χάνη το θάρρος του. Και αυτό θέλειανδρεία και προαίρεσι να το κατορθώση και όμως είναι τόσο απαραίτητο. Όταν όλα αυτά τα προσέχει ο άνθρωπος, τότε ευρίσκεται ο νους του σε μια κατάστασι μαχητικότητος, σε μια κατάστασι εγρηγόρσεως, ούτως ώστε πάντοτε προσέχει και ποτέ δεν απατάται.

Και προσέχοντας έτσι, κατ' ανάγκην ευρίσκεται σε συνεχή μετάνοια, και συνεχής μετάνοια είναι, ανά πάσαν ώρα να ομολογή στον Θεό:
 «Ήμαρτον, Κύριε, δεν τα κατάφερα. Βοήθησέ με. Παράμεινε μαζί μου. Συ είπες: χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Ακριβώς αυτό το έχω καταλάβει. Το έκαμα συνείδησι. Γι' αυτό επιμένω. Κρούω, ζητώ, αιτώ, δεν θα παύσω να ενοχλώ. Δεν μπορώ χωρίς Εσένα. Δεν πρόκειται να φύγω. Εάν δεν βαρύνονται τα ώτα Σου να με ακούουν, δεν θα βαρεθή και το στόμα μου να φωνάζη. Επιμένω, ειναι αλάνθαστος η κρίσι Σου στο να με ανακαλέσης σε μετάνοια. Τούτο το έκανες Συ, θεία Παναγαθότης, δεν το έκανα εγώ. Ούτε ήξερα τον Θεό, ούτε ήταν δυνατό να τον ανακαλύψω. Συ, Κύριε, Πανάγαθε, ήρθες και με ευρήκες και με εφώναξες να σε ακολουθήσω. Αυτό το επήρα, το θέλω, το επιθυμώ. Δεν τα καταφέρνω όμως. Γι' αυτό επιμένω, θέλω να με βοηθήσης. Πρέπει αυτό που εχάρησες να μην το απολέσω».

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Περί μετανοίας



Ήταν δυό αδέλφια• τα οποία, αφού μοιράστηκαν αναμεταξύ τους την πατρική περιουσία, ο ένας έμεινε στο σπίτι, ενώ ο άλλος έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί, αφού κατέφαγε όλα όσα του δόθηκαν, δυστύχησε και υπέφερε μη υπομένοντας τη ντροπή από τη φτώχεια (Λουκά 15: 11 κ.ε.). Αυτή την παραβολή θέλησα να σάς την πω, για να μάθετε, ότι υπάρχει άφεση αμαρτημάτων και μετά το Βάπτισμα, εάν είμαστε προσεκτικοί. Και το λέγω αυτό όχι για να σάς κάνω αδιάφορους, αλλά για να σάς απομακρύνω από την απόγνωση. Γιατί η απόγνωση μας προξενεί χειρότερα κακά και από τη ραθυμία.
Αυτός λοιπόν ο υιός αποτελεί την εικόνα εκείνων που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα. Και ότι φανερώνει εκείνους που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα, αποδεικνύεται από το ότι ονομάζεται υιός. Γιατί κανένας δεν μπορεί να ονομασθεί υιός χωρίς το Βάπτισμα. Επίσης διέμενε στην πατρική οικία και μοιράστηκε όλα τα πατρικά αγαθά, ενώ πριν από το Βάπτισμα δεν μπορεί κανείς να λάβει την πατρική περιουσία, ούτε να δεχθεί κληρονομία. Ώστε με όλα αυτά μας υπαινίσσεται το σύνολο των πιστών.
Επίσης ήταν αδελφός εκείνου που είχε προκόψει. Αδελφός όμως δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την πνευματική αναγέννηση. Αυτός λοιπόν, αφού έπεσε στη χειρότερη μορφή κακίας, τι λέγει: «Θα επιστρέψω στον πατέρα μου» (Λουκά 15:18). Γι αυτό ο πατέρας του τον άφησε και δεν τον εμπόδισε να φύγει στην ξένη χώρα, για να μάθει καλά με την πείρα, πόση ευεργεσία απολάμβανε όταν βρισκόταν στο σπίτι. Γιατί πολλές φορές ο Θεός, όταν δεν πείθει με το λόγο του, αφήνει να διδαχθούμε από την πείρα των πραγμάτων, πράγμα βέβαια που έλεγε και στους Ιουδαίους.
Αφού λοιπόν ο άσωτος έφυγε στην ξένη χώρα και από τα ίδια τα πράγματα έμαθε πόσο μεγάλο κακό είναι να χάσει κανείς το πατρικό του σπίτι, επέστρεψε, και ο πατέρας του τότε δεν του κράτησε κακία, αλλά τον δέχτηκε με ανοιχτή αγκαλιά. Γιατί άραγε; Επειδή ήταν πατέρας και όχι δικαστής. Και στήθηκαν τότε χοροί και συμπόσια και πανηγύρια και όλο το σπίτι ήταν φαιδρό και χαρούμενο. Τι μου λες τώρα άνθρωπέ μου; Αυτές είναι οι αμοιβές της κακίας; Όχι της κακίας, άνθρωπε, αλλά της επιστροφής. Όχι της πονηρίας, αλλά της μεταβολής προς το καλύτερο.
Και ακούστε και το σπουδαιότερο: Αγανάκτησε γι αυτά ο μεγαλύτερος υιός. Ο πατέρας όμως τον έπεισε κι αυτόν μιλώντας του με πραότητα και λέγοντας, «συ πάντοτε ζούσες μαζί μου, ενώ αυτός ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του» (Λουκά 15:31-32). Όταν πρέπει να διασώσει τον χαμένο, λέγει: «Δεν είναι ώρα τώρα για δικαστήρια, ούτε για λεπτομερή εξέταση, αλλά είναι ώρα μόνο φιλανθρωπίας και συγγνώμης.» Κανένας ιατρός, που έχει αμελήσει ο ίδιος να δώσει φάρμακο στον ασθενή, δεν ζητεί ευθύνες απ αυτόν για την αταξία του και ούτε τον τιμωρεί. Και αν ακόμα χρειαζόταν να τιμωρηθεί ο άσωτος, τιμωρήθηκε αρκετά ζώντας στην ξένη χώρα.
Τόσο λοιπόν χρόνο στερήθηκε τη συντροφιά μας και έζησε παλεύοντας με την πείνα, την ατίμωση και τα χειρότερα κακά. Γι αυτό λέγει ο πατέρας: «ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του». Μη βλέπεις, λέγει, τα παρόντα, αλλά σκέψου το μέγεθος της προηγούμενης συμφοράς. Αδελφό βλέπεις, όχι ξένο. Στον πατέρα του επέστρεψε, που ξεχνάει τα περασμένα η καλύτερα που θυμάται εκείνα μόνο τα οποία μπορούν να τον οδηγήσουν σε συμπάθεια και έλεος, σε στοργή και ευσπλαγχνία τέτοια που ταιριάζει στους γονείς. Γι αυτό δεν είπε, εκείνα που έπραξε ο άσωτος, αλλά εκείνα που έπαθε. Δεν λυπήθηκε ότι κατέφαγε την περιουσία του, αλλ’ ότι περιέπεσε σ’ αμέτρητα κακά.
[...] Ασκώντας την αρετή να φοβόμαστε μήπως πέσουμε, στηριζόμενοι στο θάρρος μας. Και όταν αμαρτάνουμε να μετανοούμε. Και εκείνο που είπα αρχίζοντας την ομιλία, αυτό λέγω και τώρα: Είναι προδοσία της σωτηρίας μας αυτά τα δύο, δηλαδή και το να έχουμε θάρρος όταν είμαστε ενάρετοι, και το να απελπιζόμαστε όταν είμαστε πεσμένοι στην κακία.
Γι’ αυτό ο Παύλος, για ν’ ασφαλίσει εκείνους που ασκούν την αρετή, έλεγε: «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μήπως πέσει» (Α’ Κορ. 10, 12). Και πάλι: «Φοβάμαι μήπως, ενώ κήρυξα σε άλλους, εγώ ο ίδιος βρεθώ ανάξιος» (Β’ Κορ. 11, 3). Ανορθώνοντας πάλι τους πεσμένους και διεγείροντάς τους σε μεγαλύτερη προθυμία διακήρυττε έντονα στους Κορινθίους γράφοντας τα εξής: «Μήπως πενθήσω πολλούς που αμάρτησαν προηγουμένως και δεν μετανόησαν» (Β’ Κορ. 12, 21). Για να δείξει ότι είναι άξιοι θρήνων όχι τόσο εκείνοι που αμαρτάνουν, όσο εκείνοι που δεν μετανοούν για τα αμαρτήματά τους. Και ο προφήτης πάλι λέγει: «Μήπως εκείνος που πέφτει δεν σηκώνεται, η εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο δεν επιστρέφει;» (Ιερ. 8, 4). Γι αυτό και ο Δαυίδ παρακαλεί αυτούς ακριβώς, λέγοντας: «Σήμερα, εάν ακούσετε τη φωνή Αυτού, μη σκληρύνετε τις καρδιές σας όπως τότε που Τον παραπίκραναν οι πατέρες σας» (Ψαλμ. 94, 8).
Όσο λοιπόν θα υπάρχει το σήμερα, ας μη απελπιζόμαστε, αλλ’ έχοντας ελπίδα προς τον Κύριο και έχοντας κατά νουν το πέλαγος της φιλανθρωπίας Του, αφού αποτινάξουμε κάθε τι το πονηρό από τη σκέψη μας, ας ασκούμε με πολλή προθυμία και ελπίδα την αρετή, και ας επιδείξουμε μετάνοια με όλη τη δύναμή μας.
Περί μετανοίας, από το Γεροντικό (α΄)

Περί Μετανοίας



1.Ο Ιωάννης κάποτε, (την ημέρα της Αναστάσεως), έτρεξε πριν από τον Πέτρο (στον τάφο του Κυρίου). Και εμείς  ετοποθετήσαμε τον λόγο της υπακοής πριν από τον λόγο της μετανοίας. Διότι ο Ιωάννης έγινε τύπος υπακοής, ενώ ο Πέτρος μετανοίας.

2. Μετάνοια σημαίνει ανανέωσις του βαπτίσματος. Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεόν για νέα ζωή. Μετανοών σημαίνει μόνιμος αγοραστής της ταπεινώσεως. Μετάνοια σημαίνει μόνιμος αποκλεισμός κάθε σωματικής παρηγοριάς. Μετάνοια σημαίνει σκέψις αυτοκατακρίσεως∙ αμεριμνησία για όλα τα άλλα και μέριμνα για την σωτηρία του εαυτού μας. Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα της ελπίδος κα αποκήρυξις της απελπισίας. Μετανοών σημαίνει κατάδικος απηλλαγμένος από αισχύνη. Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωσις με τον Κύριον, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματα μας. Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως. Μετάνοια σημαίνει θεληματική υπομονή όλων των θλιβερών πραγμάτων. Μετανοών σημαίνει επινοητής τιμωριών του εαυτού του. Μετάνοια σημαίνει υπερβολική ταλαιπωρία της κοιλίας (με νηστεία) και κτύπημα της ψυχή με υπερβολική συναίσθησι.
3. Τρέξατε και ελάτε. Ελάτε όλοι όσοι παρωργίσατε τον Θεόν, για να ακούσετε αυτά που έχω να σας διηγηθώ. Συγκεντρωθήτε για να ιδήτε αυτά που μου έδειξε ο Θεός προς οικοδομήν. Ας τοποθετήσωμε πρώτη και ας προτιμήσωμε μία διήγησι που αναφέρεται σε τιμημένους εργάτες της αρετής που ζούσαν χωρίς τιμή.
6. Είδα ψυχές που έρρεπαν με μανία στους σαρκικούς έρωτες. Αυτές λοιπόν αφού έλαβαν αφορμή μετανοίας από την γεύσι του αμαρτωλού έρωτος, μετέστρεψαν αυτόν τον έρωτα σε έρωτα προς τον Κύριον. Έτσι ξεπέρασαν αμέσως κάθε αίσθημα φόβου και εκεντρίσθηκαν στην άπληση αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό και ο Κύριος στην αγνή εκείνη πόρνη (Λουκ. ζ΄37-48) δεν είπε ότι εφοβήθηκε, αλλά «ότι ηγάπησε πολύ» και κατώρθωσε εύκολα να αποκρούση τον ένα έρωτα με τον άλλον.
8. Δεν είναι δυνατόν σ’ εμάς που επέσαμε στον λάκκο των ανομιών, να ανελκυσθούμε από εκεί, εάν δεν καταδυθούμε στην άβυσσο της ταπεινώσεως των μετανοούντων.
9. Διαφορετική είναι η θλιμμένη ταπείνωσις των πενθούντων και διαφορετικός ο έλεγχος και η καταδίκη της συνειδήσεως αυτών που ακόμη περιπίπτουν σε αμαρτίες. Διαφορετική επίσης είναι «η μακαρία πλουτοταπείνωσις» που αποκτούν με την ενέργεια της θείας χάριτος οι τέλειοι. Ας μη βιασθούμε να γνωρίσωμε την τρίτη αυτή κατάστασι με λόγια, διότι αδίκως θα τρέξωμε. Της δευτέρας καταστάσεως γνώρισμα είναι η πλήρης υποδοχή και υπομονή κάθε ατιμίας. Εκείνον δε (που ανήκει στην πρώτη περίπτωσι), τον άνθρωπο δηλαδή που πενθεί, τον τυραννούν πολλές φορές οι αμαρτωλές συνήθειες και αναμνήσεις του παρελθόντος. Και αυτό βέβαια δεν είναι κάτι το παράδοξο.
10. Ο λόγος για τις ένοχες πράξεις και για τις πτώσεις είναι σκοτεινός και ακατανόητος για κάθε ψυχή. είναι δύσκολο να γνωρίζουμε ποιες πτώσεις μας προέρχονται από αμέλεια, ποιες από σκόπιμη εγκατάλειψι του Θεού και ποιες από αποστροφή του Θεού. Το μόνο που κάποιος μας εξήγησε είναι, ότι όσες μας συμβαίνουν από σκόπιμη παραχώρησι του Θεού έχουν σύντομη επανόρθωσι, διότι ο Θεός που μας παρέδωσε δεν μας αφίνει επί πολύ αιχμαλώτους σε αυτές.
11. Όσοι επέσαμε, ας πολεμήσωμε πρό πάντων τον δαίμονα της λύπης. Διότι αυτός έρχεται δίπλα μας την ώρα της προσευχής, μας ενθυμίζει την προηγούμενη μας παρρησία και προσπαθεί να αχρηστεύση την προσευχή μας.
12. Μη τρομάξεις όταν πέφτεις κάθε μέρα, και μη εγκαταλείψης το αγώνα. Αντιθέτως να ίστασαι ανδρείος και οπωσδήποτε θα ευλαβηθή την υπομονή σου ο φύλαξ άγγελός σου. Όσο είναι ακόμη πρόσφατο και ζεστό το τραύμα, τόσο και ευκολώτερα θεραπεύεται. Ενώ τα τραύματα που εχρόνισαν, σαν παραμελημένα και αποσκληρημένα, δύσκολα θεραπεύονται∙ και χρειάζονται για να ιατρευθούν πολύ κόπο και νυστέρι και ξυράφι και το εδώ πύρ των καυτηριασμών, (δηλαδή το πύρ των εδώ θλίψεων, εν αντιθέσει με το μελλοντικό πύρ της κολάσεως).
13. Πολλά ψυχικά τραύματα που εχρόνησαν είναι ανίατα. Στον Θεό όμως όλα είναι δυνατά. Πριν από την πτώσι οι δαίμονες αποκαλούν τον Θεόν φιλάνθρωπο. Μετά όμως από την πτώσι τον αποκαλούν σκληρό.
14. Εάν μετά από την μεγάλη σου πτώσι πέσης και σε κάποιο μικρό αμάρτημα και σου ειπή ο λογισμός, «είθε να μην έπεφτες σ’ εκείνο το μεγάλο∙  τούτο το μικρό δεν είναι τίποτε το σπουδαίο», μην τον παραδεχθής αυτόν τον λογισμό. (Και τα μικρά πράγματα έχουν την σημασία τους). Πολλές φορές μάλιστα μερικά μικρά δώρα κατεπράϋναν τον μεγάλο θυμό του δικαστού.
15. Όποιος πραγματικά εξοφλεί αμαρτίες, την ημέρα που δεν εθρήνησε την θεωρεί χαμένη, έστω και αν έπραξε κατ’ αυτή μερικά άλλα καλά έργα.
21. Όταν η συνείδησις παύση να μας ελέγχη για αμαρτίες, ας προσέξουμε μήπως αυτό δεν οφείλεται στην καθαρότητα, αλλά στην κόπωσι και άμβλυνσι αυτής, της συνειδήσεως, εξ αιτίας πλήθους αμαρτιών.
22. Απόδειξις ότι έσβησε το χρέος των αμαρτιών μας είναι το να θεωρούμε πάντοτε χρεώστη τον εαυτό μας.
23. Τίποτε δεν υπάρχει ίσο ή ανώτερο από τους οικτιρμούς του Θεού. Γι’ αυτό όποιος απελπίζεται  σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του.
24. Σημείο της πραγματική και επιμελούς μετανοίας είναι το να θεωρούμε τον εαυτό μας άξιο για όλες τις θλίψεις που μας συμβαίνουν – τις ορατές (που προέρχονται από τα πράγματα και από τους ανθρώπους) και τις αόρατες (που προέρχονται από τους δαίμονας) – και για πολύ περισσότερες.
27. Πρόσεχε! Πρόσεχε καλά! Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέψωμε από τον ίδιο δρόμο που επλανηθήκαμε, αλλά από άλλον συντομότερο, (από τον δρόμο δηλαδή της ταπεινώσεως).

 Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου "Κλίμαξ": 

Ανάκληση εις μετάνοια



 Aνάκληση εις Mετάνοια
γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή

  Μεταπτωτικά ο άνθρωπος ευρίσκεται υπό την επιρροή όχι μόνο του νόμου της αμαρτίας του «εν τοις μέλεσι διεσπαρμένου», αλλά ακόμα και υπό την επίδρασι των αλλοιώσεων και των ποικίλων τροπών, πού υπάρχουν και αυτές σαν κακοί γείτονες. Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι εκείνοι πού συνεχώς μας ωθούν, μας αποπλανούν, μας παρασύρουν στο να μην ημπορούμε να φυλάξωμε αυτό πού θέλομε.

Και εξ αίτιας αυτών λοιπόν, ευρισκόμεθα εις συνεχή μετάνοια.

Όπως ερμηνεύουν οι Πατέρες, έστω και ων είναι μια μόνο ημέρα η ζωή του ανθρώπου, δεν τίθεται θέμα αναμαρτησίας. Αυτό το νόημα της μετανοίας, είναι εκείνο πού βασικά μας απασχολεί. Κατά τους Πατέρες, ο Θεός δεν λυπάται τόσο αν ο άνθρωπος, τρόπον τινά, δεν τα κατάφερε και αμάρτησε. Δεν τον κρίνει γι' αυτό. Εκείνο πού λυπεί την Χάρι, είναι όταν ο άνθρωπος δεν θέλει να μετανοήση. Αυτό είναι ένα είδος απογνώσεως, ένα είδος βλασφημίας προς αυτό το Πανάγιο Πνεύμα.

Γι' αυτό πρέπει να εντείνωμε την προσπάθεια μας.

Καί έφ' όσον θέμα αναμαρτησίας δεν τίθεται, να τίθεται θέμα συνεχούς μετανοίας. Να πείθωμε την ενδημούσα σε μας θεία Χάρι, ότι τα σφάλματα τα οποία συμβαίνουν δεν είναι εκούσια. Ποτέ μας δεν θέλομε να αρνηθούμε και να προδώσωμε την αγάπη του Θεού, αλλά μέσα στην αδυναμία, απειρία και αγνωσία, περικλείονται όλα μας τα λάθη. Και συνεχώς πίπτοντες, φωνάζαμε το «ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», να επικαλούμεθα νέα μορφή συνεργείας της Χάριτος, ούτως ώστε να ολοκληρώση την γνώσι μας και τις δυνάμεις μας, για να ιδούμε καλά και να ενεργήσωμε σωστά και έτσι να ημπορέσωμε εις αυτές τις δύσκολες ημέρες να ορθοποδήσωμε. Γιατί κατά τον Παύλο «εγγύτερον ημών η σωτηρία» τώρα, «ή ότε επιστεύσαμεν».
 Βλέποντες όλοι μας και έχοντες πείρα των γεγονότων, αντιλαμβανόμεθα «εγγίζουσαν την ημέραν». Παρατηρούμε να δυναμώνη περισσότερο του εχθρού μας η δύναμι, αλλά και η ιδική μας έκτασι να περιορίζεται, λόγω του ότι οι άνθρωποι περισσότερο αποφεύγουν, περισσότερο απομακρύνονται και έτσι το κοινωνικό σύνολο γίνεται και αυτό εμπόδιο· διότι οι άνθρωποι οι πνευματικοί εμειώθησαν, έμεινε το «λείμμα», ελάχιστοι.

Πόσο πρέπει να είμεθα προσεκτικοί και ενωμένοι για να τα βγάλωμε πέρα! Το θέμα της επιτυχίας μας δεν είναι θέμα τεχνικό, ώστε να αποδώσωμε το βάρος στην συμμαχία των συνανθρώπων μας. Χρήσιμο είναι εάν είμεθα σύμφωνοι και ομοϊδεάται. Το κέντρο όμως της επιτυχίας, είναι η συμμαχία της Χάριτος. «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν».
Όλη μας η προσοχή είναι στο πώς να κρατήσωμε μαζί μας την ενέργεια της Χάριτος Του, το «μεθ' υμών ειμί πάσας τάς ημέρας, έως της συντέλειας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20). Αυτό το «μεθ' υμών ειμί» πρέπει να το προσέξωμε πάρα πολύ, εάν πράγματι είναι «μεθ' ημών». Διότι «δυνάμει» ο Θεός Λόγος είναι «μεθ' ημών». «Δυνάμει» δεν απουσιάζει από πουθενά. Αλλοίμονο αν συμβή τούτο! Εάν απουσιάση κλάσμα δευτερολέπτου από την κτίσι, αυτή θα εξαφανισθή. Αυτός είναι το Πάν του παντός. «Δυνάμει» είναι μαζί μας. Είναι όμως «ενεργεία» μαζί μας;

Λέγει ένα σοφό λόγο ο Ωριγένης: «Τι μοί όφελος, ει ο Λόγος σεσάρκωται καί εγώ Αυτόν ου κατέχω;» Και λέω και εγώ τώρα. Τι θα μας ωφελήση εάν «δυνάμει» είναι μαζί μας ο Θεός Λόγος, αφού «ενεργεία» δεν τον αισθανόμεθα; Και φυσικά δεν πταίει Αυτός. Πταίομε εμείς, μη κάνοντας καλό χειρισμό. Γι' αυτό η προσοχή μας να είναι εις αυτό τον τομέα. Στο πώς ανά πάσαν ώρα να μην χάνωμε τις ευκαιρίες και τα μέσα. πού θέτουν εις ενέργεια την παρουσία της θείας Χάριτος. Μαζί με αυτή, πού «τα ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί» να αξιωθούμε να ολοκληρώσουμε τον σκοπό μας προς επιτυχία, διότι «αι ημέραι πονηροί είσιν». «Εν σοφία προς τους έξω περιπατείτε».

Κοιτάξετε από που συνιστάμεθα. Από τα έξω, από τα πέριξ, από τα έσω. Πώς επιβουλεύει τον άνθρωπο η αμαρτία; Κεντά από τα έξω, κατ' ευθείαν. Ρίπτει στην οθόνη της διανοίας την εικόνα, οποιανδήποτε εικόνα εφάμαρτη και προκαλεί τον νου. Τον προκαλεί να περιεργαστή την εικόνα. Ο νους πρέπει να προσέξη. Τι είναι αυτή η εικόνα; Χρειάζεται ή όχι; Αν ο νους είναι υγιής, την απορρίπτει αμέσως. «Υπάγε οπίσω μου, σατανά, Κύριον τον Θεόν μου προσκυνήσω και Αυτώ Μόνω λατρεύσω».

Παρά ταύτα η αμαρτία δεν υποχωρεί και δεν φεύγει μολονότι ηττήθη με τον τρόπο πού εκτύπησε. Αφήνει την κατ' ευθεία κίνησι και παίρνει τηνπλαγία και κτυπά εν ονόματι της προφάσεως, εν ονόματι των φυσικών νόμων, εν ονόματι της χρείας. Και όμως είναι δόλος.

Παραμερίζει την κατ' ευθεία κρούσι και παίρνει την δολία. Εάν και εις αυτή ο νους προσέξη, το εξετάση καλά - διότι η απόφασι του είναι ο αληθής νόμος της χρείας και όχι της επιθυμίας - τότε αφήνει αυτό τον τρόπο και παίρνει την βία. Ορμά εν ονόματι του πάθους, με σατανική ενέργεια και πιάνει τον άνθρωπο από τον λαιμό, να τον στραγγαλίση.Εκβιάζει πλέον, όπως έκανε ο Ναβουχοδονόσορ- «ή θα προσκυνήσετε την εικόνα μου, διότι το θέλω εγώ, ή θα σας ρίξω στην κάμινο». Και εις αυτές τις φράσεις ευρίσκεται ολόκληρος ο δαίδαλος του σατανικού πάθους, και με αυτό τον τρόπο κτυπά τον άνθρωπο. Γι' αυτό πρέπει ο άνθρωπος να είναι συνεχώς ξύπνιος, να μην παρασυρθή, διότι η αμαρτία δεν υποκύπτει, δεν υποχωρεί, θα μεταχειρισθή όλους τους δόλους και τους τρόπους για να απατήση τον άνθρωπο. Εδώ ακριβώς πρέπει να προσέξωμε, διότι μετά την αμαρτία ακολουθεί απογοήτευσι, όπως μετά το τραύμα ακολουθεί πόνος· δεν είναι φυσικό φαινόμενο, αλλά σύμπτωμα. Έτσι και αυτά πού ακολουθούν την ψυχή, απόγνωσι και αποθάρρυνσι, δεν είναι φυσικά φαινόμενα, αλλά διαβολικότατα, παρόλο πού παρουσιάζονται με μορφή φυσική! Εδώ λοιπόν χρειάζεται πολλή προσοχή, για να μην χάση ο άνθρωπος το θάρρος του, όταν κάνη λάθος, εφ' όσον αλάνθαστη ζωή, ως γνωστό, δεν υπάρχει.

Ακούμε πολλές φορές ανθρώπους να λέγουν: «Μα είμαι αμαρτωλός και ο Θεός δεν μου ακούει», «μα είμαι αμαρτωλός και δεν έχω θάρρος και δεν τα καταφέρνω· είμαι ανάξιος». Όλα αυτά είναι προφάσεις από τα δεξιά, ενώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο Θεός ήρθε για τους αμαρτωλούς. Δεν τίθεται θέμα αναξιότητος. Όσο πιο ανάξιος είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο πολύ ανάγκη έχει να καταφεύγη στον Θεό. Και αυτούς πιο πολύ ο Θεός «προσίεται», γιατί όπως είπε, ήρθε για τους ασθενείς όχι για τους υγιείς.

Επομένως αυτό στην πρακτική μορφή είναι πολύ χρήσιμο, να μένη ο άνθρωπος μετά το λάθος και να μην χάνη το θάρρος του. Και αυτό θέλειανδρεία και προαίρεσι να το κατορθώση και όμως είναι τόσο απαραίτητο. Όταν όλα αυτά τα προσέχει ο άνθρωπος, τότε ευρίσκεται ο νους του σε μια κατάστασι μαχητικότητος, σε μια κατάστασι εγρηγόρσεως, ούτως ώστε πάντοτε προσέχει και ποτέ δεν απατάται.

Και προσέχοντας έτσι, κατ' ανάγκην ευρίσκεται σε συνεχή μετάνοια, και συνεχής μετάνοια είναι, ανά πάσαν ώρα να ομολογή στον Θεό:
 «Ήμαρτον, Κύριε, δεν τα κατάφερα. Βοήθησέ με. Παράμεινε μαζί μου. Συ είπες: χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Ακριβώς αυτό το έχω καταλάβει. Το έκαμα συνείδησι. Γι' αυτό επιμένω. Κρούω, ζητώ, αιτώ, δεν θα παύσω να ενοχλώ. Δεν μπορώ χωρίς Εσένα. Δεν πρόκειται να φύγω. Εάν δεν βαρύνονται τα ώτα Σου να με ακούουν, δεν θα βαρεθή και το στόμα μου να φωνάζη. Επιμένω, ειναι αλάνθαστος η κρίσι Σου στο να με ανακαλέσης σε μετάνοια. Τούτο το έκανες Συ, θεία Παναγαθότης, δεν το έκανα εγώ. Ούτε ήξερα τον Θεό, ούτε ήταν δυνατό να τον ανακαλύψω. Συ, Κύριε, Πανάγαθε, ήρθες και με ευρήκες και με εφώναξες να σε ακολουθήσω. Αυτό το επήρα, το θέλω, το επιθυμώ. Δεν τα καταφέρνω όμως. Γι' αυτό επιμένω, θέλω να με βοηθήσης. Πρέπει αυτό που εχάρησες να μην το απολέσω».
 
 
Βλέπετε! Σας έκαμα μια εικόνα, πώς είναι ο τρόπος της πραγματικής μετανοίας. Αυτές οι διαθέσεις πρέπει να ευρίσκονται στην ψυχή του ανθρώπου του ευρισκομένου υπό μετάνοια. Εάν αυτό το συνεχίζει ο άνθρωπος πραγματικά, γεννάται μέσα του ένα άλλο είδος θάρρους, το όποιο δεν εγνώριζε πριν. Είναι μια μορφή παρρησίας. Αυτή την παρρησία πού έχουν τα παιδιά προς τον πατέρα τους, την οποία δεν ημπορούν να αποκτήσουν οι υπηρέται και οι υπάλληλοι. Και τούτο γίνεται από το θάρρος αυτό, μέσω του οποίου πολεμά την αμαρτωλότητα και κρατά τον όρο της μετανοίας.

Αυτό στην πρακτική είναι πάρα πολύ απαραίτητο, για όλους μας ανεξαιρέτως, περισσότερο όμως στους αδελφούς μας πού ζουν στην κοινωνία, πού ευρίσκονται πιο εκτεθειμένοι μέσα στα αίτια.

Μετά την πτώσι ο άνθρωπος έχασε την προσωπικότητά του και έγινε επιρρεπής προς τα αίτια πλέον και μάλλον εξαρτάται από αυτά. Εάν, όταν ήταν ολοκληρωμένη προσωπικότης, κατόρθωσαν και τον επλάνησαν, σκεφθήτε τώρα πού δεν έχει προσωπικότητα και ευρίσκεται υπό την επίδρασί των, πόσο ισχυρά είναι αυτά· και επειδή ο άνθρωπος δεν έχει δύναμι, διότι είναι τραυματισμένος από την αμαρτία και με τάς αισθήσεις του καθόλου υγιείς, τότε γίνεται λεία δυστυχώς και θύμα αυτών των παραγόντων. Επομένως έχει ανάγκη να ευρίσκεται υπό συνεχή μετάνοια, η οποία είναι το ταπεινό φρόνημα, διότι η πραγματική μετάνοια είναι η πρακτική ταπεινοφροσύνη.

Η πρακτική ταπεινοφροσύνη και ταπείνωσι, είναι η μόνη θέσι των λογικών όντων, η οποία προκαλεί το θείο έλεος. «Ταπεινοίς δίδωσι χάριν καί υπερηφάνοις αντιτάσεται» ο Θεός.

Εφ' όσον έτσι είναι τα πράγματα, είμεθα υποχρεωμένοι αυτό τον τρόπο να εκμεταλλευθούμε. Το νόημα είναι πλέον σαφές. Χωρίς την συνεργασία της Χάριτος, είναι αδύνατο να τα βγάλωμε πέρα. Πρέπει λοιπόν, ναεπινοήσωμε τρόπους, να προκαλέσωμε περισσότερο την συμπαράστασι της Χάριτος, ώστε μαζί με αυτή να ημπορέσωμε να επιτύχωμε. Τι λέγει ο Παύλος; «Πάντα Ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ». Και ο Ιησούς μας λέει: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Ο Παύλος έχοντας πείρα της παρουσίας της θείας Χάριτος, ομολογεί και λέει: «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ». Εάν λοιπόν, «πάντα ισχύωμεν» εν τη ενδυναμούση Χάριτι, αρά όλη μας η προσπάθεια είναι πώς να την τραβήξωμε μαζί μας.

Όλες οι αρετές είναι αφετηρία στο να προκαλέσουν και να συγκρατήσουν την Χάρι.

Η κεντρικωτέρα από όλες, κατά τους Πατέρες μας, είναι ηταπεινοφροσύνη. Αυτήν πάρα πολύ αγαπά η Χάρις, και δεν είναι παράδοξο. Εφ' όσο μας απεκάλυψε ο Ιησούς μας, ότι Αυτός ο ίδιος είναι «πράος και ταπεινός τη καρδία» άρα το θέμα της ταπεινοφροσύνης δεν είναι μια απλή προτίμησι της θείας φύσεως, της θείας απαιτήσεως προς τα λογικά όντα, αλλά είναι κάτι το οποίο προσίεται η θεία φύσι, για λόγους πού ξέρει ο Πανάγαθος Θεός· και εφ' όσον είναι στην ιδιότητα Του, στην οντότητά Του ταπεινός, άρα γεννάται διπλή η υποχρέωσι να είμεθα και εμείς πλέον ταπεινοί.

Εφ' όσον η ταπεινοφροσύνη τόσο πολύ βοηθά, ο πρακτικός τρόπος με τον οποίο συντελείται, είναι η ειλικρινής μετάνοια. Ο ειλικρινώς μετανοών, συνεχώς ευρίσκεται προσπίπτων στον Θεό. Επιρρίπτει τον εαυτό του στον Θεό, και συνεχώς φωνάζει· «ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ», «ελέησόν με, Πανάγαθε, κατά το μέγα Σου έλεος», «συγχώρα με, Κύριε, δεν τα καταφέρνω». «Έλα, Κύριε, παρέμεινε μαζί μου». Και εφ' όσον όπως λέει ο Δαυίδ, «εταπεινώθην και έσωσέ με ο Κύριος», ιδού έναςαπλός τρόπος να έχουμε μαζί μας την συμμαχία της Χάριτος και να επιτύχωμε αρτιώτερα και τελειότερα την σωτηρία μας.

Γι' αυτό κανείς από μας τους πιστούς να μην φεύγη από τα περιθώρια της ταπεινοφροσύνης.

Η σωτηρία μας είναι και λέγεται «δωρεάν σωτηρία». Γιατί είναι γεγονός ότι όλες οι αρετές είναι χρήσιμες, αλλά πάρα πολλές από αυτές έχουν μια αγωνιστικότητα, την οποία δεν διαθέταμε όλοι μας. Διότι η πρακτική αγωνιστικότητα χρειάζεται αυθορμητισμό, πολλή αποφασιστικότητα, πολλή φιλοπονία, συνεχή επαγρύπνησι, πράγματα τα όποια δεν έχομε πάντοτε.

Το να κρατήσωμε την ταπεινοφροσύνη - και αυτό είναι κουραστικό -δεν είναι όμως υπέρ την φύσι μας, πράγμα δηλαδή ακατόρθωτο. Διότι το να σκέπτεται κανείς ταπεινά, είναι το πιο απλό πράγμα. Αλλά μήπως δεν είμεθα και ταπεινοί; Δηλαδή, είμεθα κατά κυριολεξία ταπεινοί, εφ' όσον η αμαρτία μας συνέτριψε. Αν φρονούμε ταπεινά, είμεθα αληθεύοντες, διότι ανακαλύψαμε την πραγματική μας προσωπικότητα, πού την συνέτριψε η αμαρτία. Διότι ούτε το «κατ' εικόνα και ομοίωσι» το όποιο μας εχάρισε ο Θεός στην δημιουργία αξιοποιήσαμε, ούτε το θέμα της Χάριτος και τηςυιοθεσίας, το οποίο μας έδωσε ο Θεός με την παρουσία του, έχομε. Το να σκέπτεται λοιπόν κανείς ταπεινά τι είναι; Η ανακάλυψι της αλήθειας, της πραγματικότητος.

Αυτές οι θεωρίες είναι φυσικές και πάρα πολύ βοηθούν. Είναι εύκολο ο καθένας με αυτές να ασχολήται, έως ότου εύρη πράγματι, συν τη Χάριτι, την πνευματική ταπείνωσι, οπότε ολοκληρώνεται εκεί η προσωπικότητα του. Η ειλικρινής μετάνοια απεκάλυψε την ταπεινοφροσύνη, η δε ειλικρινής ταπεινοφροσύνη έδωσε την ολοκληρωμένη μετάνοια. Το ένα γεννά το άλλο.

Όπως είπαμε και πριν, εφ' όσον αναμαρτησία δεν υπάρχει, τίθεται μόνο θέμα ειλικρινούς μετανοίας.
Συνεργούσης της Χάριτος, αρχίζει στον άνθρωπο (εκεί οπού η αμαρτία είχε άλλοτε επίδρασι δυναστική και τον εξεβίαζε είτε κατά διάνοια, είτε από μέρους των αισθήσεων, σαν αιχμάλωτο) μετά από ειλικρινή μετάνοια, να εξασθενή μέσα του η δύναμί της και εκεί πού άλλοτε τον εστραγγάλιζε και τον απασχολούσε, σιγά-σιγά παραμένει μόνο μια ψιλή μνήμη. Και αν αγωνισθή ο άνθρωπος , αυτή η ψιλή μνήμη χάνεται και του έρχεται αηδίαπρος την αμαρτωλότητα, διότι στην πραγματικότητα η αμαρτωλότης είναι παραφροσύνη, γιατί η αμαρτία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ά-λογο πράγμα, παράλογο, «παρά φύσι». Ούτε φυσικό, ούτε χρειώδες είναι. Είναι παράνοια, ένας παραλογισμός, μια παρερμηνεία. Δεν έχει φύσι, ούτε θέσι. Δημιουργείται ελλείψει του καλού. Όταν κανείς εξυγιανθή, βλέπει αυτό το τέρας και το απεχθάνεται. Τον καιρό όμως της αμετανοησίας του, του επιβάλλεται και τον στραγγαλίζει.

Έχομε την ανάγκη της συμπαραστάσεως της Χάριτος, για να ημπορέσωμε σιγά-σιγά με την βοήθεια της να αποφύγωμε την αμαρτωλή διάθεσι. Να αποφύγωμε πρώτα την «κατ' ενέργεια αμαρτία», μετά την «κατ' ενέργεια επιθυμία και σκέψι», ούτως ώστε να εξαλειφθή τελείως από την διάνοια μας. Τότε καθαρίζει ο νους και γίνεται πλέον ελεύθερος στο να σκέπτεται και να λογίζεται πάντα αυτά τα όποια θέλει ο Θεός.

Συνεχίζοντας - συν τη Χάριτι - γίνεται και «τη καρδία καθαρός», οπότε ολοκληρώνεται πλέον μέσα στα περιθώρια του αγιασμού και επιτυγχάνει τις θειες επαγγελίες, όπως μας παραδίδουν οι Πατέρες μας. Γι' αυτό χρειάζεται προσοχή, ούτως ώστε να αξιολογούνται ο χώρος, ο χρόνος, ο τόπος, τα μέσα, οι δυνάμεις, τα πάντα. Να μην χάνεται τίποτε.

Για να γίνονται όλα αυτά, πρέπει να ευρίσκεται ο νους στην βάσι του. Και ο νους κρατείται στην βάσι του μόνο με την μνήμη του Θεού. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι η «ευχή». Γι' αυτό ο Παύλος επιμένει στο «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι». Εάν ο νους ευρίσκεται υπό την επίδρασι της μνήμης του Θεού, όλα τελειώνουν, δεν ημπορεί να παρασυρθή.

Η αμαρτία μη έχοντας πρόσωπο, ούτε φύσι, ούτε θέσι, μόνο δια της απάτης, του δόλου και του εκβιασμού εισέρχεται. Όταν ο νους όμως ευρίσκεται στην θέσι του, είναι αδύνατο να πλανεθή. Δεν μπορεί η αμαρτία τίποτε να κάνη, στέκεται μόνο σε μια ψιλή υπόμνησι και τίποτε άλλο.

Παράδειγμα ο Ιησούς μας. Μετά το βάπτισμα απεσύρθη στην έρημο και ενήστευε. Εκεί εδέχθη την επίθεσι του σατανά, με τους τρεις κορυφαίους πειρασμούς. Υπό απλή υπόμνησι μόνο, τίποτε παραπάνω.

Τον προκαλεί πρώτα στην φιλαυτία. «Αφού επείνασες, δεν τρως;» «Ναι - λέει - θα φάω όποτε θέλω εγώ. Τότε μόνο». Τι νόημα έχει αυτό; Δεν θα υποκύψω στη φιλαυτία της ορέξεως, θα υποκύψω στους όρους της χρείας μόνο. «Θα φάω οπότε θέλω εγώ, όχι όποτε μου πεις εσύ». Είναι η ελευθερία της χρήσεως, όχι της παραχρήσεως. Αποδεικνύει δηλαδή, ότι ο άνθρωπος τρώει για να ζή και δεν ζή για να τρώη.
Έρχεται ο δεύτερος πειρασμός, του εγωισμού. Του λέει: «Αφού είσαι Υιός του Θεού, βάλε σε πειρασμό, εις ενέργεια την Χάρι, να απόδειξης ότι αφού είναι θέλημα του Θεού θα σε σώση». «Ναι - άπαντα - έτσι είναι. Αλλά δεν θα πειράξω τον Θεό. Ξέρω ότι ο Θεός είναι Πατέρας και προνοεί, θα προνοήση Εκείνος, γιατί ξέρει πότε έχω χρεία, δεν θά τον βάλω εγώ σε πειρασμό».

Αυτή ήταν η δύναμι του σατανά. Και έφυγε, «και άγγελοι προσήλθαν και διηκόνουν Αυτώ» (Ματθ. 4,11). Εδώ εννοείται η Χάρις τουαγιασμού. Υπό μορφή, λοιπόν, μόνο προσβολής έρχεται η αμαρτία. Όταν όμως ηττηθή ο άνθρωπος κατ' επανάληψι, τότε πηγαίνει δυναστικά και τον δένει και τον σέρνει. Αυτή είναι αιχμαλωσία πλέον.

Είπαμε όμως προηγουμένως πώς γίνονται όλα αυτά.

Για να ημπορέση ο νους μας, με ανοικτά τα μάτια να παρακολουθή πόθεν του έρχονται οι προσβολές και να έχη την δυνατότητα να αμύνεται, πρέπει να τον κρατήσωμε στη μνήμη του Θεού. Ευκολώτερος τρόπος της μνήμης του Θεού από την προσευχή, δεν υπάρχει· γι' αυτό και ενομοθετήθη υπό του Παύλου το «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι». Και δεν είναι παράξενο ότι το ευρίσκαμε αυτό και στους αγίους Αγγέλους, όπου εις όλους τους αιώνας της υπάρξεως τους, ένα έχουν να κάνουν συνεχώς να υμνούν τον Θεό. Αλλά και όλα τα λογικά όντα στην αιωνιότητα, στην παλιγγενεσία, μεταφερόμενα στην βασιλεία του Θεού, αυτό θα κάνουν. Και εδώ για να χαρακτηρισθή ένας άνθρωπος ότι είναι αληθινά πνευματικός, πρέπει να έχη μέσα του συνεχή ευχή. Αυτό είναι το τρανό δείγμα ότι πρόκοψε πνευματικά.

Άρα η ζωή του μέλλοντος είναι η συνεχής ευχή, συνεχής ανακύκλησι του θείου Ονόματος μέσα μας. Και αυτό είναι η δόξα μας και η ανάπαυσί μας.

Όλα αυτά τα είπα, για να μην μας φανή παράξενο για την εντολή πού έχομε να είμεθα συνεχώς «ευκτικά όντα», να προσευχώμεθα πάντοτε. «Τις σοφός και συνήσει ταύτα και φυλάξει τα ελέη του Κυρίου;» Ο καθένας από μας, έχομε επιτακτικό καθήκο να εξασκήσωμε την προσευχή μέσα μας, όσο εξαρτάται από μας.

Κρατώντας ο νους την προσευχή, είναι ξύπνιος και βλέπει πόθεν έρχονται οι λογισμοί και τι σκοπό έχουν τα ποικίλα τεχνάσματα της αμαρτίας, πού προσπαθούν να τον απατήσουν.

Η μετάνοια ανακαλεί τον άνθρωπο από την εμπαθή κατάστασι και τον φέρνει στην φυσική. Όταν έλθη ο άνθρωπος στην φυσική κατάστασι, μακράν των παθών και των επιθυμιών, τότε τον τραβά η θεία Χάρις στο «υπέρ φύσιν», πού είναι ο αγιασμός.

Είναι αδύνατο όμως να επιδράση πάνω του η Χάρις και να παραμείνη μαζί του εάν αμαρτάνη, διότι η αμαρτωλότης είναι «παρά φύσιν» και ο Θεός «εν σώματι καταχρέω αμαρτίας ουκ εισελεύσεται». Επομένως πάση δυνάμει, κάθε άνθρωπος, κάθε πιστός, πρέπει να συγκρουστή με την αμαρτία και ό,τι έχει γίνει μέχρι τώρα κατά λάθος, να μην επαναληφθή να φθάση στην κατάστασι να μην αμαρτάνη πρακτικά και να κλαίη για τις περασμένες αμαρτίες.

Μη αμαρτάνοντας πρακτικά, παύει να δανείζεται.

Κλαίοντας για τις περασμένες αμαρτίες, πληρώνει τα παλαιά και τότε ισορροπούν οι σχέσεις του με τον Θεό. Αυτός είναι ο πρακτικός τρόπος της μετανοίας. Αφού ισορροπήσουν οι σχέσεις μας με τον Θεό, τότε επιδρά επάνω μας η θεία Χάρις, διότι «τους δοξάζοντας με δοξάσω και οι εξουθενούντες με ατιμασθήσονται».

Είναι αδύνατο η θεία Χάρις, η όποια είναι μέσα μας, όταν της δοθούν οι προϋποθέσεις, να μην ενεργήση. Γι' αυτό εξ άλλου υπάρχει και η Εκκλησία, η προέκτασι του Ιησού μαζί μας, πού λέει ότι «μεθ' υμών ειμί πάσας τάς ημέρας». Δια της Εκκλησίας και των μυστηρίωνπροεκτείνεται μαζί μας και συνεχίζει να ευρίσκεται πάντοτε μαζί μας, οποιανδήποτε ώρα επικαλεσθούμε την συμπαράστασί Του.

Είναι τόσο απλό. Αρκεί ο άνθρωπος να αξιολόγηση τις ενέργειες του στην ζωή αυτή και να μην χάνη ούτε χρόνο, ούτε χώρο, ούτε πρόφασι, ούτε δύναμι από όσας διαθέτει η ψυχοσωματική του οντότης και με την βοήθεια της Χάριτος θα επιτυχή την σωτηρία του.

Η σωτήρια δεν είναι φυσικά αποτέλεσμα των έργων μας, αυτή είναι «Ρωμαιοκαθολική» θέσι. Η σωτηρία πηγάζει μόνο από τον Σταυρό, δωρεάν και τα έργα πού κάνομε δεν είναι για να την αγοράσωμε. Αλλοίμονο. Είναι βλάσφημο και να το σκεφθή κανείς.

«Το αίμα του Υιού του Θεού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α' Ιωάν. 1,7), όχι τα ιδικά μας έργα. Η αντίστασι προς την αμαρτία και αμαρτωλότητα, δεν είναι προς εξαγορά της σωτηρίας, αλλά είναι στο να δείξωμε χαρακτηριστικά την προσωπικότητα μας, ότι είμεθα λογικά όντα και δεν υποκύπταμε στην παρά φύσι ζωή.

Η αρετή είναι φυσικό φαινόμενο, δεν είναι επιβεβλημένο. Και αν απαίτησε ο Θεός να γίνουμε ενάρετοι από αμαρτωλοί, αυτό είναι υποβιβασμός για μας, διότι αυτό το περιέχει η φύσι μας. Η αρετή είναι κατά φύσι μέσα στην προσωπικότητα του ανθρώπου σαν «κατ' εικόνα και ομοίωσιν Θεού». Έξω από την αρετή, δεν είναι κανείς άνθρωπος, είναι υπάνθρωπος. Οι αρετές πού κάναμε, είναι για να ελευθερωθούμε από την παρά φύσι ζωή, πού μας παρέσυρε η αμαρτία και μας έρριξε εκεί μέσα. Τώρα πρέπει να ανασυρθούμε από τον βόθρο της κτηνώδους καταστάσεως και γι' αυτό ακριβώς αγωνιζόμενα και όχι για να αγοράσωμε την σωτηρία.

Αυτή πηγάζει από τα μυστήρια και τον Σταυρό του Χριστού. Αυτή είναι η ορθή θέσι της θεολογίας πού μας παρέδωσαν οι Πατέρες μας, οι όποιοι ερμηνεύουν πολύ καλά και το θέμα, τον τρόπο πού ο σατανάς προβάλλει την αμαρτωλότητα. Δεν είναι για να μετρήση την έκτασι της αμαρτίας, όση και αν είναι. Ξέρει αυτός, ότι αν γυρίση ο πιστός και πη στον Θεό «ήμαρτον», τότε αμέσως τον συγχωρεί. Η δύναμι του σατανά και η επιμονή του στο να ρίξη τον άνθρωπο στην αμαρτία, είναι οτι μετά από αυτή θα έλθη η απόγνωσι, και η απόγνωσι κρατά την κεφαλή, πού είναι η προθυμία και παραδίδεται πλέον ο άνθρωπος άνευ όρων.

Και τώρα καταλήγαμε να πούμε, ότι η απογοήτευσι, μετά την αμαρτία, είναι μεν επακόλουθο φαινόμενο, αλλά «παρά φύσι»Είναι αναγκαίο κακό. Είναι όπως συμβαίνει στο παράδειγμα του τραύματος και του πόνου. Μετά το τραύμα ακολουθεί πόνος. Πρέπει, πάση σπουδή, ο άνθρωπος να θεραπεύση και το τραύμα και τον πόνο. Αλλοιώς θά φθαρή.

Η μετά την αμαρτία απογοήτευσι, όσο μεγάλη και αν είναι η αμαρτία, είναιδιαβολικό φαινόμενο. Διότι θέμα αναμαρτησίας δεν υπάρχει, αφού ήλθε ο Θεός ξέροντας, ότι ο άνθρωπος είναι παναμαρτωλός, απωλεσμένος και υποβιβασμένος στον θάνατο και την καταστροφή. Ήλθε εκουσίως εξ αγάπης, μόνος Του και τον αγκάλιασε και τον εσήκωσε. Τώρα πώς ημπορούμε να πούμε «είμεθα αμαρτωλοί και δεν είμεθα Άγιοι, γι' αυτό και απελπιζόμαστε». Αφού Αυτός για τους αμαρτωλούς ήλθε και όχι για τους δικαίους. Μόνος του το ομολογεί. Απόδειξι ότι έδωσε τα κλειδιά της βασιλείας στον Πέτρο, πού τον αρνήθηκε τρεις φορές και δεν τα έδωσε στον Ιωάννη, τον επιστήθιο και ηγαπημένο.

Όχι γιατί υποβιβάζει ο Θεός την αρετή, αλλά περισσεύει, ξεχειλίζει η πατρική του στοργή στον αδύνατο και τον συντετριμμένο και στοαπολωλός. Και υπό το νόημα αυτό πρέπει κανείς να μην φοβάται και να μην παραδέχεται την απογοήτευσι και αποθάρρυνσι σαν επακόλουθο της αμαρτίας, αλλά όπως το ελατήριο να πετάγεται επάνω πάλι και να λέγη; «Ήμαρτον,Θεέ μου, μη μου το γράφης, μετανοώ». Και έτσι με θάρρος να συνεχίζη τον καλό αγώνα του, με ακλόνητη την πίστι στην Παναγάπη και αγαθότητα του Ιησού μας.

Αμήν
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...