Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

αββάς Σισώης: Αποφθέγματα







1 ) Αδελφός πού αδικήθηκε από άλλο αδελφό ήλθε προς τον αββά Σισώη και του λέγει:
- Αδικήθηκα από ένα αδελφό και θέλω να τον εκ­δικηθώ. Ο δε γέρων τον παρακαλούσε:
- Μη, τέκνο· αντιθέτως μάλιστα άφησε στο Θεό το έργο της εκδικήσεως.
Αυτός όμως έλεγε:
- Δεν θα παύσω, έως ότου εκδικηθώ για τον εαυτό μου.
Είπε δε ό γέρων:
- Ας προσευχηθούμε, αδελφέ. Και ο γέρωντας, αφού σηκώθηκε, είπε:
- Θεέ, δεν σε έχουμε πλέον ανάγκη να φροντίζεις για μας· διότι εμείς εκδικούμαστε μόνοι για λογαριασμό μας.
Μόλις λοιπόν άκουσε αυτά τα λόγια ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντος λέγοντας:
- Δεν θα είμαι πλέον σε αντιδικία με τον αδελφό, συγχώρεσε με, αββά.

2) Επισκέφθηκε κάποιος από τους αδελφούς τον αββά Σισώη στο όρος του αββά Αντωνίου. Και ενώ συνομιλούσαν, είπε στον αββά Σισώη:
- Δεν έφθασες ακόμα στά μέτρα του αββά Αντωνίου, πάτερ; Και του λέγει ο γέρων:
- Εάν είχα ένα από τους λογισμούς του αββά Αντω­νίου, θα γινόμουν όλος φωτιά άλλ’ όμως γνωρίζω άνθρωπο πού με δυσκολία μπορεί να βαστάξει το λογισμό του.

3) Πειράσθηκε κάποτε ο Αβραάμ, ο μαθητής του αββά Σισώη, από δαίμονα και είδε ό γέρων ότι έπεσε και αφού σηκώθηκε, δήλωσε τα χέρια στον ουρανό λέγοντας:
- Θεέ, θέλεις δεν θέλεις, δεν θα σε αφήσω, εάν δεν τον θεραπεύσεις.
Και αμέσως θεραπεύτηκε.

4) Αδελφός ανακοίνωσε στον αββά Σισώη:
- Βλέπω ότι η μνήμη του Θεού παραμένει μέσα μου. Του λέγει ο γέρων:
- Δεν είναι σπουδαίο το να ευρίσκεται ο λογισμός σου στο Θεό σπουδαίο είναι το να βλέπεις τον εαυτό σου κατώτερο από όλη την κτίση. Διότι αυτό μαζί με το σωματικό κόπο οδηγεί στον τρόπο της ταπεινοφρο­σύνης.

5) Επισκέφθηκε ο αββάς Αδέλφιος, επίσκοπος Νειλουπόλεως, τον αββά Σισώη, στο όρος του αββά Αντωνίου. Και όταν επρόκειτο ν’ αναχωρήσουν, πριν αρχίσουν την πορεία, τους έβαλε να φάγουν το πρωί, ήταν δε νηστεία. Και μόλις έστρωσαν τραπέζι, αδελφοί κρούουν τη θύρα. Είπε δε στο μαθητή του:
- Δώσε τους λίγο τραχανά, διότι έρχονται από κοπια­στική πορεία. Του λέγει ο αββάς Αδέλφιος:
- Άφησε τώρα, για να μη ειπούν ότι ο αββάς Σισώης τρώγει από το πρωί. Άλλα δεν τον επρόσεξε ο γέρων και λέγει στον αδελφό:
- Πήγαινε, δώσε τους. Όταν λοιπόν είδαν τον τραχανά, είπαν:
- Μήπως έχετε ξένους; Μήπως τρώγει και ο γέρων μαζί σας; Και τους είπε ό αδελφός:
- Ναι. Άρχισαν λοιπόν να στενοχωρούνται και να λέγουν ο Θεός να σάς συγχώρηση πού αφήσατε το γέροντα να φάγει. Η δεν γνωρίζετε ότι έχει κοπιάσει πολλές ήμερες; Και τους άκουσε ό επίσκοπος και έβαλε μετάνοια στο γέ­ροντα λέγοντας:
- Συγχώρεσε με, αββά, πού σκέφτηκα κάτι ανθρώ­πινο· εσύ δε έκανες την εντολή του Θεού.
Και του λέγει ο αββάς Σισώης:
- Εάν δεν δοξάσει τον άνθρωπο ό θεός, ή δόξα των ανθρώπων δεν είναι τίποτε.

6) Ρώτησε ο αββάς Άμμων της Ραϊθού στον αββά Σισώη:
- Όταν αναγινώσκω τη Γραφή, ο λογισμός μου θέλει να συντάξει ένα λόγιο για να το έχω σε περίπτωση επερωτήσεως. Του λέγει ο γέρων:
- «Ούκ έστι χρεία, αλλα μάλον εκ της καθαρότιτος του νοός κτήσαι σεαυτω και το αμεριμνειν και το λέγειν».

7) Τρείς γέροντες επισκέφθηκαν τον αββά Σισώη, επειδή είχαν ακούσει σχετικά με αυτόν. Και του λέει ό πρώτος:
- Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό; Αυτός δε δεν του αποκρίθηκε. Του λέει ό δεύτερος:
- Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από το βρυγμό των οδόν­των και από τον ακοίμητο σκώληκα; Του λέγει ό τρίτος:
- Πάτερ, τί να κάνω πού με σκοτώνει η μνήμη του πηκτού σκότους; Αποκρινόμενος δε ο γέρων τους είπε:
- Εγώ δεν θυμούμαι τίποτε από αυτά· διότι, καθώς εί­ναι φιλεύσπλαχνος ο θεός, ελπίζω ότι θα με ελεήσει. Όταν άκουσαν αυτόν το λόγο οι γέροντες έφυγαν λυπη­μένοι. Επειδή όμως ό γέρων δεν ήθελε να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, γυρίζοντας προς αυτούς είπε:
- Είσθε μακάριοι, αδελφοί, διότι σας εζήλευσα. Ο πρώ­τος σας είπε για τον πύρινο ποταμό, ό δεύτερος για τον Τάρταρο και ο τρίτος για το σκότος. Εάν λοιπόν ο νους σας κυριαρχεί σε τέτοια μνήμη, είναι αδύνα­το να αμαρτήσετε. Τί να κάνω εγώ όμως ό σκληρό-καρδος πού δεν αφήνομαι ούτε να γνωρίσω ότι υ­πάρχει κόλαση για τους ανθρώπους και γι' αυτό αμαρτάνω κάθε ώρα; Και μετανοημένοι του είπαν:
- Όπως ακούσαμε, έτσι και είδαμε.

8) Ερώτησε ο αββάς Ιωσήφ τον αββά Σισώη:
- Σε πόσο χρόνο πρέπει να αποκόπτει ο άνθρωπος τα πάθη; Του λέγει ό γέρων:
- Τους χρόνους θέλεις να μάθεις; Λέγει ο αββάς Ιωσήφ:
- Ναι. Λέγει λοιπόν ο γέρων:
- Όποια ώρα έρχεται το πάθος, αμέσως κόψε το.

9) Ήρθαν κάποτε μερικοί Αρειανοί στον αββά Σισώη, στο όρος του αββά Αντωνίου, και άρχισαν να κατακρίνουν τους Ορθοδόξους. Ο δε γέρων δεν τους αποκρίθηκε τί­ποτε και αφού φώναξε το μαθητή του, είπε:
- Αβραάμ, φέρε μου το βιβλίο του αγίου Αθανασίου και διάβασε το. Και ενώ αυτοί σιωπούσαν, αποκαλύφθηκε η αίρεση τους. Και τους απέλυσε ειρηνικά.

10) Ήρθε κάποτε ο αββάς Αμμούν από τη Ραϊθού στο Κλύσμα για να επισκεφθεί τον αββά Σισώη. Και βλέπον­τας τον στενοχωρημένο πού άφησε την έρημο του λέγει:
- Τί στενοχωρείσαι, αββά; Διότι τι μπορούσες πλέον να κάνεις στην έρημο τώρα πού γέρασες τόσο; Ο δε γέρων κοιτάζοντας τον με δυσαρέσκεια λέγει:
- Τί μου λέγεις, Αμμούν; Δεν μου αρκούσε τάχα μό­νη η ελευθερία του λογισμού μου στην έρημο;

11) Είπε ο αββάς Σισώης:
- Όταν υπάρχει άνθρωπος πού σε φροντίζει, δεν πρέ­πει να τον διατάσσεις.

12) Ήρθαν κάποτε Σαρακηνοί και έγδυσαν το γέροντα και τον αδελφό του. Και όταν αυτοί βγήκαν στην έρημο για να βρουν τίποτε φαγώσιμο, βρήκε ο γέρων κόπρα­να καμήλων και σπώντας τα βρήκε μέσα σπόρους κριθαριού· έτρωγε δε ένα σπόρο και τον άλλο έβαλλε στο χέρι του. Όταν δε ερχόμενος ο αδελφός του τον βρήκε να τρώγει, του λέγει:
- Αύτη είναι ή αγάπη, ότι βρήκες φαγώσιμο και το τρώγεις μόνος σου και δεν με φώναξες; Του λέγει ο αββάς Σισώης:
- Δεν σε αδίκησα, αδελφέ, ιδού το μερίδιο σου, το κράτησα στο χέρι μου.

13) Διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες για τον αββά Σι­σώη του Καλαμώνος, ότι θέλοντας κάποτε να νικήσει τον ύπνο, κρεμάσθηκε από τον κρημνό της Πέτρας· και ήλθε άγγελος πού τον έλυσε και του παράγγειλε να μη κάνει πλέον αυτό το πράγμα ούτε σε άλλους να αφήσει τέτοια παράδοση.

14) Ερώτησε κάποιος από τους πατέρες τον αββά Σισώη:
- Εάν κάθομαι στην έρημο και έλθει βάρβαρος πού θέλει να με φονεύσει και τον καταφέρω, να τον φο­νεύσω; Και του είπε ό γέρων:
- Όχι, αλλά παράδωσε τον στο Θεό. Διότι όποιος πει­ρασμός έλθει στον άνθρωπο, να λέγει, τούτο συνέβη­κε για τις αμαρτίες μου, οποιοδήποτε δε αγαθό, με τη χάρη του Θεού.

15) Αδελφός παρακάλεσε τον αββά Σισώη το Θηβαίο:
- Είπε μου ένα λόγο. Και λέγει:
- Τί έχω να σου πω; Ότι την Καινή Διαθήκη αναγινώσκω και στην Παλαιά γυρίζω.

16 )Αδελφός ερώτησε γέροντα:
- Τί να κάνω πού θλίβομαι για το εργόχειρο; Διότι αγαπώ το πλεκτό, άλλα δεν μπορώ να το εργασθώ. Λέγει Ο γέρων:
- Ό αββάς Σισώης έλεγε ότι δεν πρέπει να εργαζόμαστε το έργο πού μας ικανοποιεί.

17 ) Είπε ο αββάς Σισώης:
- Να εξουδενωθείς, να βάλεις το θέλημα σου πίσω και να γίνεις αμέριμνος και θα έχεις ανάπαυση.

18 ) Αδελφός ερώτησε τον αββά Σισώη:
- Τί να κάνω για τα πάθη; Και λέγει ό γέρων:
- Ό καθένας μας πειράζεται από την δική του επι­θυμία.

19 ) Αδελφός παρεκάλεσε τον αββά Σισώη:
- Είπε μου ένα λόγο. Αυτός δε είπε:
- Τί με αναγκάζεις να φλυαρήσω. Ιδού, ότι βλέπεις, κάνε το.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...